Χαρ. Τρικούπη 22, Αθήνα, Τ.Κ. 10679 - Τηλ. 210 3623092, email: info@alfeiosbooks.com

Η επανάσταση της Κούβας

10,00 € 5,00 €

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΟΥΒΑΣ ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Συγγραφέας:

Κάστρο Φιντέλ

Εκδοτικός οίκος:

Γνώσεις

Μετάφραση:

Γεράσιμος Πρίφτης

Τόπος έκδοσης:

Αθήνα

Έτος έκδοσης:

1963

Σελίδες:

391

ISBN:

Κατάσταση:

άριστη

Διαθέσιμο

Κωδικός: AB-00012100. Κατηγορίες: , , .
   

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

To νησί της Κούβας είναι το μεγαλύτερο από τις Μεγάλες Αντίλλες. To ανακάλυψε ο Χριστόφορος Κολόμβος στο πρώτο ταξίδι του στην Αμερική, στις 27 του Οκτώβρη του 1492. Η Έκτασή του είναι 114 χιλιάδες χιλιόμετρα τετραγωνικά, κι ο πληθυσμός του αποτελείται από εξήμισι εκατομμύρια κατοίκους. To κλίμα είναι θερμό και υγρό. Βρίσκεται τόσο κοντά στις Ενωμένες Πολιτείες, που η απόσταση από την Αβάνα ως τη χερσόνησο της Φλωρίδας, μέσ’ από το στενό του Γιακάταν, είναι μόνο 150 χιλιόμετρα. Ο κουβανός γεωγράφος Αντώνιο Νούνιες Χιμένεθ, που είναι και διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου της αγροτικής μεταρρύθμισης, βεβαιώνει πως η Κούβα δεν είν’ ένα νησί, μα ένα αρχιπέλαγος, που το αποτελούν πάνω από χίλια εξακόσια «cayos», νησάκια και νησιά. Τα νησάκια αυτά και τα νησιά χωρίζονται σε τέσσερα συμπλέγματα, που βρίσκονται όλα κοντά στο καθαυτό νησί της Κούβας. To μεγαλύτερο απ’ αυτά είναι το Λος Πίνος (νησί των Πεύκων), στα νότια της επαρχίας της Αβάνας, που πιάνει τα 3061 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Ό Κολόμβος βρήκε στην Κούβα έναν ντόπιο πληθυσμό που αποτελούνταν από τρεις πυρήνες: τους Ταΐνος (που ήταν οι πιο αναπτυγμένοι), τους Σιμπονέγιες και τους Γκουαναταμπέγιες. Από άποψη πολιτισμού βρίσκονταν όλοι στη λίθινη εποχή. Ανάμεσα στο 1512 και το 1514, σύμφωνα με τον κουβανό Ιστορικό Ιωσήφ Αντώνιο Σάκο, βρέθηκαν στην Κούβα οι νέγροι, περνώντας σ’ αυτήν από το γειτονικό νησί Λα Εσπανιόλα, όπου, ως εκείνη τη στιγμή, είχαν μεταφερθεί, πιο πολλοί από κάθε άλλο μέρος της Αμερικής. To 1517, για ν’ ανακουφίσει από τα βάσανα τους Ινδιάνους που τους κακομεταχειρίζονταν αλύπητα οι Σπανιόλοι, ο πάτερ Βαρθολομαίος ντε λας Κάζας ζήτησε από τον αυτοκράτορα Κάρολο V να στείλουν νέγρους στις τέσσερες Μεγάλες Αντίλλες, δηλαδή στην Κούβα, στην Τζαμάϊκα, στη Λα Εσπανιόλα (ή Αϊτή) και στo Πόρτο Ρίκο. Ο μοναχός δεν ήξερε να καθορίσει πόσοι νέγροι θα ήταν σ’ αυτή την αποστολή, και η «Κάζα» των συμφωνητικών της Σιβίλιας καθόρισε τον αριθμό τους σε τέσσερες χιλιάδες. Δεν είναι γνωστό πόσοι απ’ αυτούς φτάσανε στην Κούβα. Το βέβαιο είναι πως περισσότεροι από οχτακόσιες χιλιάδες άντρες και γυναίκες από την Αφρική πέρασαν τον Ατλαντικό κι ήρθανε στην Κούβα μέσα στη μεγάλη περίοδο που αρχίζει από τις αρχές του XVI αιώνα και φτάνει πέρα από τo μισό XIX, μέχρι τo 1880, που καταργήθηκε η δουλεία. Μ’ όλες τις φροντίδες του πάτερ ντε λας Κάζας, οι ιθαγενείς εξαφανίστηκαν γρήγορα. Δεν είτανε πολλοί, και δεν είχανε τη σωματική δύναμη για ν’ αντέξουν τη σκληρή ζωή της σκλαβιάς όπου είχαν υποβληθεί. Δεν άφησαν κανένα ίχνος στον πολιτισμό των καταχτητών και των απογόνων τους^ σήμερα απομένουν μόλις μερικές λέξεις, μερικά φαγητά (όπως τo καζάμπε) και κάτι αόριστες αναμνήσεις από τα έθιμά τους. Εξακριβώθηκε έτσι πως Ισπανοί και Αφρικανοί —αφεντάδες και δούλοι— στάθηκαν η πρώτη ρίζα απ’ όπου πήρε την αρχή του ο λαός της Κούβας. Σ’ ένα διάστημα από μερικούς αιώνες που έζησαν μαζί, επέδρασε ο ένας στον άλλο χωρίς διακοπή, σε μια εξελικτική πορεία διείσδυσης του πολιτισμού του ενός στον πολιτισμό του άλλου, που ένας σοφός εθνολόγος κουβανός, ο Φερνάνδος Όρτιζ, την περιέγραψε πρώτος και που επηρέασε βαθιά τη ζωή και τo πνεύμα του νησιού, που τελικά διαμορφώθηκε σ’ ένα πνεύμα μιγαδικό. Τώρα, πότε δημιουργήθηκε η Κούβα σαν έθνος, ξεχωρίζοντας από τους κυρίαρχους ισπανούς αποικιστές; Ο κουβανός ιστορικός Σέργιος Αγκουίρρε τοποθετεί τη δημιουργία του κουβανέζικου έθνους στα τελευταία χρόνια του XVIII ή στα πρώτα του XIX αιώνα. Δημιουργήθηκε τότε ένας τρόπος ζωής μιγαδικός, που, αν και σε κατάσταση εμβρυακή, είταν ένας τρόπος ζωής σε συνθήκες σταθερής επικοινωνίας, συγκέντρωσης σε μια περιοχή, με τα ίδια οικονομικά και πολιτιστικά συμφέροντα. Πολύ γρήγορα η κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας εκείνης, μια εθνική αστική τάξη που βρισκόταν ακόμα στην πορεία του σχηματισμού της και που αποτελούνταν από μεγάλους γαιοκτήμονες και αφεντάδες δούλων, άρχισε να απαιτεί μια μεγαλύτερη ανεξαρτησία από την Ισπανία. Πρώτα έγινε ο αγώνας για μεταρρυθμίσεις οικονομικές και πολιτικές, που η μητρόπολη τις αρνήθηκε. Έπειτα έγινε τo κίνημα για την προσάρτηση της Κούβας στις Ενωμένες Πολιτείες, που επίσης απότυχε. Τέλος έγινε η ένοπλη εξέγερση που ξέσπασε στις 10 του Οκτώβρη του 1868 και που την καθοδηγούσε ο Κάρολος Μανουέλ ντε Σέσπεντες. Ο πόλεμος εκείνος ονομάστηκε «μεγάλος», ή «των 10 χρόνων», και τέλειωσε τo 1878 με την ήττα των Κουβανών, που υποχρεώθηκαν να υπογράψουν συνθήκη, ή καλύτερα συμφωνία με την Ισπανία. Οπωσδήποτε, δεκαεφτά χρόνια αργότερα, στις 24 του Φλεβάρη του 1895, ξέσπασε ξανά ο πόλεμος, που αυτή τη φορά τον άναψε και τον εμψύχωνε εκείνος που στάθηκε ο μεγαλύτερος θεωρητικός και προπαγανδιστής του: ο Χοσέ Μαρτί. Η επαναστατική δύναμη τη στιγμή εκείνη δεν είταν η αστική τάξη, όπως τo 1868, μα οι μεσαίες τάξεις ενωμένες με τo λαό. Γεννημένος στην Αβάνα στις 28 του Γενάρη του 1853, ο Μαρτί είταν παιδί μιας μέτριας Ισπανικής οικογένειας. Ο πατέρας καταγόταν από τη Βαλένθια κι η μάνα από τo νησί Τενερίφι, που βρίσκεται στo αρχιπέλαγος των Καναρίων. Όταν είχε αρχίσει ο πρώτος πόλεμος, ο Μαρτί είταν δεκαπέντε χρονών. Στα δεκαεφτά του καταδικάστηκε έξι χρόνια εξορία, εξαιτίας της πατριωτικής του δράσης. Έμεινε φυλακή περισσότερο από ένα χρόνο κι από κει μεταφέρθηκε εξόριστος στην Ισπανία. To μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, που είταν άλλωστε σύντομη, αναγκάστηκε να τo περάσει ταξιδεύοντας σε μερικά κράτη της Αμερικής ή στις Ενωμένες Πολιτείες, που είταν κι η χώρα όπου έμεινε πιο πολύ. Γυρίζοντας στην Κούβα, σκοτώθηκε σε μια σύγκρουση με τα ισπανικά στρατεύματα, στις 19 του Μάρτη του 1895, ενώ είχε αρχίσει, από τo Φλεβάρη, ο πόλεμος για την ανεξαρτησία της Κούβας, που τόσο τον είχε προετοιμάσει ο ίδιος. Σα συγγραφέας, ο Μαρτί υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους που έγραψαν ισπανικά. Ρήτορας, πολιτικός, δημοσιογράφος, ποιητής, σ’ όλα εξαιρετικός. Οι ξεκαθαρισμένες απόψεις του σχετικά με τα προβλήματα της Κούβας κατά το τέλος του XIX αιώνα, τον βοήθησαν να υποδείξει λύσεις τόσο βαθιές, που, μ’ όλο τo διάστημα που πέρασε από τότε, ακόμα βρίσκονται στη σκέψη του Φιντέλ Κάστρο. Τι είδος επανάσταση υποστήριξε ο Μαρτί εναντίον της αποικιακής κυβέρνησης κατά τα δεκαεφτά χρόνια που πέρασαν ανάμεσα στους δυο κουβανικούς πολέμους; Μια λαϊκή επανάσταση. Έπειτα από την πολύκαιρη προσπάθεια της αστικής τάξης να νικήσει τη μητρόπολη, ο κλήρος έπεσε στη μεσαία τάξη και στo λαό να ξαναρχίσουν τη μάχη. Χωρίς να υπάρχει η επίδραση μιας εξελιγμένης και συνειδητής εργατικής τάξης, ο Μαρτί μίλησε από τότε για διανομή της γης σε μια κοινωνία που είταν ακόμα φεουδαρχική και για ισότητα ανάμεσα στις φυλές, μόλις λίγα χρόνια έπειτ’ από την κατάργηση της δουλείας για τους Αφρικανούς. Κατηγόρησε ασταμάτητα τον αντιδραστικό κλήρο, εχθρό (όπως και τώρα) της ανεξαρτησίας της Κούβας, και ξεσκέπασε την αμερικάνικη πολιτική για την Κούβα, που την έβλεπε σαν μια πολύ επιθυμητή λεία από τον καιρό του Άνταμς, από τo 1820. «Γνωρίζω τo τέρας, επειδή έχω ζήσει μέσα στα σπλάχνα του», είπε για τις Ενωμένες Πολιτείες. Εικοσιτέσσερες ώρες πριν πεθάνει, ο Μαρτί έγραψ’ ένα γράμμα στον Μανουέλ Μερκάντο, ένα φίλο του από την Ουραγουάη, όπου εκφραζόταν έτσι: «Διατρέχω καθημερινά τον κίνδυνο να δώσω τη ζωή μου για τη χώρα μου και για τo χρέος (που τo νιώθω κι έχω αρκετό θάρρος να τo πραγματοποιήσω) να εμποδίσω εγκαίρως, με την ανεξαρτησία της Κούβας, να εξαπλωθούν στις Αντίλλες οι Ενωμένες Πολιτείες, και να υποτάξουν με τη βία τη χώρα μας. Ό,τι έκαμα ως τα τώρα και ό,τι θα κάμω, έχει αυτό τo σκοπό». Όπως έχουμε δει, ο Μαρτί πέθανε τo 1895. To 1898 οι Ενωμένες Πολιτείες επεμβήκανε στον ισπανο-κουβανικό πόλεμο, με τη δικαιολογία πως ήθελαν να βοηθήσουν την Κούβα εναντίον της Ισπανίας. Σε μικρό διάστημα η ισπανική δύναμη νικήθηκε στις ναυμαχίες του Σαντιάγο της Κούβας και του Καβίτε των Φιλιππίνων. Χωρίς να κρατήσει την υπόσχεση της, η βόρειο-αμερικανική κυβέρνηση, με πρόεδρο τον Κίνλεϋ, κατέλαβε το κουβανικό έδαφος για τέσσερα χρόνια (1898-1902) και το άφησε μόνο αφού πρόσθεσε στo Σύνταγμα του νέου Κράτους μια ταπεινωτική ρήτρα, που την επέβαλε με τη βία και σύμφωνα με την οποία αναγνωριζόταν στην κυβέρνηση των Ενωμένων Πολιτειών τo δικαίωμα να επεμβαίνει στην Κούβα κάθε φορά που τo θεωρούσε απαραίτητο. Τρεις υπήρξαν πραγματικά από τότε οι άμεσες επεμβάσεις, μία τo 1906, δεύτερη τo 1912 και τρίτη τo 1917. Κατά την περίοδο της δημοκρατικής ζωής που προηγήθηκε από τo θρίαμβο της επανάστασης που διεύθυνε ο Φιντέλ Κάστρο (1902-1959), ο ιμπεριαλισμός ανάπτυξε μιαν έντονη πολιτική για να εισδύσει οικονομικά στην Κούβα. Μα δεν είταν αυτή η πραγματική πρόθεση. Στην πραγματικότητα, όπως αποδείχνει ο κουβανός Ιστορικός Ρουάζ ντε Leuchsering, από τo 1805, που είταν πρόεδρος ο Τζέφερσον, η κυβέρνηση των Ενωμένων Πολιτειών σκόπευε να κατακτήσει την Κούβα, αν ξεσπούσε πόλεμος με την Ισπανία. Αργότερα, κάτω από την κυβέρνηση του Μονρόε, ο υπουργός των εξωτερικών Τζων Κίνση Άνταμς είχε προβλέψει πως η Κούβα θα ΄πεφτε αναπόφευκτα σαν ώριμος καρπός στo καλάθι της Αμερικανικής Ένωσης. Η ευνοϊκή περίσταση παρουσιάστηκε με τον ισπανο-κουβανικό πόλεμο. Αν οι Αμερικάνοι κήρυξαν τον πόλεμο το 1898 στην Ισπανία, βέβαιοι πως θα τη νικήσουν, το ΄καμαν για να κουνήσουν το δέντρο όπου βρισκόταν ο καρπός και να προκαλέσουν το πέσιμο του. Στην υπογραφή της συνθήκης του Παρισιού, που έβαλε τέρμα στη διαμάχη, ήταν παρόντες μόνο οι πληρεξούσιοι Ισπανοί και Βορειοαμερικάνοι. Η Κούβα, που είχε κάμει δυο πολέμους για να λευτερωθεί και που είχε χύσει τo αίμα της, αγνοήθηκε. Σε κείνη τη συνθήκη, η Ισπανία παραιτήθηκε απ’ όλα τα δικαιώματα της για ιδιοκτησία και κυριαρχία στην Κούβα και παραχώρησε στις Ενωμένες Πολιτείες το νησί του Πόρτο Ρίκο, τo αρχιπέλαγος των Φιλιππίνων, τo νησί του Γκουάμ κι άλλες περιοχές των Δυτικών Αντιλλών. Και σαν αυτό να μην αρκούσε, δηλώθηκε ρητά πως η Κούβα θα κατεχόταν από τη νικήτρια χώρα. Καρπός εκείνης της κατοχής υπήρξε η «τροπολογία Πλατ», που επιβλήθηκε από την κυβέρνηση Wood, σαν αντιπροσώπου του Λευκού Οίκου, στη Συνταχτική Συνέλευση που είχε συνέλθει το 1900 για να επεξεργαστεί το Συνταγματικό Χάρτη του νέου Κράτους. Η τροπολογία ενώθηκε στο Σύνταγμα της Κούβας σαν παράρτημά της. Η τροπολογία αυτή όριζε πως «η κυβέρνηση της Κούβας δέχεται να μπορούν οι Ενωμένες Πολιτείες να ασκούν το δικαίωμα της επέμβασης για να εξασφαλίζουν μ’ αυτή την ανεξαρτησία και κυβέρνηση ικανή να προστατεύει τη ζωή, την περιουσία και την ελευθερία των ατόμων…» και πως «γιά να μπορούν οι Ενωμένες Πολιτείες να υπερασπίζουν την ανεξαρτησία της Κούβας και να προστατεύουν τo λαό, η κυβέρνηση της Κούβας θα πουλήσει ή θα νοικιάσει στις Ενωμένες Πολιτείες τις περιοχές που θα χρειασθούν για να εγκαταστήσουν αποθήκες ή ναυτικές βάσεις, σε καθορισμένα σημεία που θα συμφωνηθούν με τον Πρόεδρο των Ενωμένων Πολιτειών…». Η τροπολογία Πλατ (πραγματική εθνική ντροπή) προκάλεσε μεγάλες λαϊκές διαμαρτυρίες και ξεσήκωσε στη χώρα ζωηρότατες ταραχές. Το ίδιο δημιουργήθηκε και μέσα στη Συντακτική Συνέλευση, τόσο που η τροπολογία έγινε δεκτή με μικρή πλειοψηφία. Μα η κυβέρνηση των Ενωμένων Πολιτειών είχε θέσει ένα δραματικό δίλημμα: παραδοχή της τροπολογίας ή μόνιμη στρατιωτική κατοχή, κι αυτό έκαμε πολλούς αντιπροσώπους να δεχτούν τη συμπληρωματική διάταξη σαν τo μικρότερο κακό. Μια από τις φωνές τις πιο ενεργητικές που σηκώθηκαν τότε ήταν η φωνή του αντιπροσώπου Χουάν Γκουλμπέρτο Γκομέζ, που ήταν φίλος του Μαρτί. Στην ομιλία του για την τροπολογία Πλατ, ο Γκομέζ είπε: «Χωρίς ν’ αναφερθούμε στη δυνατότητα προστριβών και συγκρούσεων ανάμεσα στους Αμερικάνους που θα εγκατασταθούν έτσι στις παραλίες μας και στους κατοίκους της χώρας μας^ παραλείποντας όλους τους ηθικούς λόγους που μας κάνουν να βλέπουμε με ακατανίκητη απέχθεια την ιδέα του να φιλοξενήσουμε στην πατρίδα μας μια σειρά από ξένα φρούρια, δε μπορούμε να παραλείψουμε τo γεγονός πως οι βάσεις αυτές θα μπορούσαν να κρατούν την περιοχή μας σ’ ένα μόνιμο κίνδυνο πολέμου. Αν αποκλείσουμε ακόμα και τo γεγονός πως τις βάσεις αυτές θα μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν οι ίδιες οι Ενωμένες Πολιτείες για να μας πολεμήσουν —μια και δεν θέλουμε να δημιουργηθεί καμιά αφορμή για φιλονικία ανάμεσα σ’ αυτούς και στην Κούβα,— σε κάθε σύγκρουση που θα ξεσπούσε ανάμεσα στις Ενωμένες Πολιτείες και σε μια τρίτη δύναμη, η ύπαρξη των ναυτικών βάσεων στo νησί της Κούβας θα ΄κανε αναπόφευκτα τη χώρα μας θέατρο πολέμου, ανακατεύοντας μας αναγκαστικά σ’ έναν αγώνα που θα είμαστε εντελώς άσχετοι με τις αφορμές που τον προκάλεσαν, που την ορθότητα του δε θα την είχαμε από τα πριν επιδοκιμάσει και που κατά πάσα πιθανότητα δε θα παρουσιάζει το παραμικρότερο συμφέρον για μας». Η «ανεξάρτητη» Δημοκρατία της Κούβας άρχισ’ έτσι τη ζωή της, με τον έλεγχο των Ενωμένων Πολιτειών. Ο ύμνος κι η σημαία της δε φανερώνανε πραγματική εθνική ανεξαρτησία. Πολιτικά ο πραγματικός πρόεδρος θα ήταν —όπως αποδείχτηκε στην πράξη— ο πρεσβευτής των Ενωμένων Πολιτειών στην Αβάνα. Οικονομικά, από τότες δε λογαριαζόταν στη χώρα μας παρά μόνο τo βορειοαμερικανικό κεφάλαιο, που οι πλόκαμοι του άπλωναν σαν τους πλοκάμους γιγάντιου χταποδιού, ως τo σημείο να μονοπωληθεί η παραγωγή της ζάχαρης σε μια χώρα που στη γεωργία της επικρατούσε η μονοκαλλιέργεια και που η βασική της βιομηχανία είταν η βιομηχανία της ζάχαρης. Μεγάλες εκτάσεις γης έπεσαν στα χέρια των βορειοαμερικανικών εταιριών αρχίζοντας από τo 1901, που είχε γίνει δεκτή η τροπολογία Πλατ. Μια μόνο εταιρία, η Γιουνάϊτεντ Φρουτ, έβαλε στο χέρι 70 χιλιάδες εκτάρια κουβανικού εδάφους, για να εγκαταστήσει δυο διυλιστήρια ζάχαρης. Πολυάριθμα όμοια εργοστάσια κατασκευάστηκαν σ’ όλο τo νησί, καθένα με ιδιαίτερες σιδηροδρομικές γραμμές, με ξεχωριστούς δρόμους, ξεχωριστούς (βορειοαμερικάνους) διαχειριστές, καθώς και ξεχωριστή αστυνομία, που τα μέλη της ονομάζονταν «φρουροί ορκωτοί». Κι αυτά χωρίς να λογαριάσουμε τα μέλη του εθνικού στρατού του προσκολλημένου στα διυλιστήρια, που παίρνοντας ένα επιμίσθιο από τους ιδιοκτήτες τους καταντούσαν έτσι μανιασμένα σκυλιά πιστά στον ξένο αφέντη. Για μισόν αιώνα (μισόν αιώνα ψεύτικης δημοκρατίας) η Κούβα έγινε ένα μεγάλο αγρόκτημα σπαρμένο με ζαχαροκάλαμο. Ο χωρικός, πριν ανεξάρτητος, κατάντησε μια μικρή ρόδα της μεγάλης ιμπεριαλιστικής μηχανής, ένα τυφλό, κουφό και αυτοματικό γρανάζι σαν τo πρόσωπο που παίζει ο Τσάπλιν στo έργο «Μοντέρνοι καιροί». Δεν άνηκε πια στη χώρα του, στην κυβέρνηση του, στον ίδιο τον εαυτό του, όπου όφειλε να δώσει λογαριασμό για τα προβλήματά του, αρχίζοντας από τα προβλήματα του σπιτιού του ως εκείνα του κομματιού της γης όπου θ’ αναπαυόταν για πάντα, μα σε μια εξουσία ξένη που είχε καταντήσει υπήκοός της. Εκτός από τη βιομηχανία της ζάχαρης, τo βορειοαμερικανικό κεφάλαιο μονοπώλησε, ή είχε κυριαρχική επιρροή και σ’ άλλους τομείς της κουβανικής οικονομίας, όπως των τηλεφώνων ή του ηλεκτρισμού, μεγάλου μέρους των σιδηροδρόμων, τουλάχιστο του μισού, ενώ τo άλλο μισό ανήκε στo βρετανικό κεφάλαιο. Κι αυτό χωρίς να υπολογίσουμε τις μεγάλες φυτείες καρποφόρων δέντρων, όπως τις πορτοκαλιές της Καμαγουέης και του Λος Πίνος, τα μεταλλεία χαλκού, μαγγανίου, νίκελ, της λεγόμενης «εθνικής» Τράπεζας κ.τ.λ. κ.τ.λ. Τι απόμενε πια στους Κουβανούς; Μόλις το λιανικό εμπόριο, η γραφειοκρατία κι η πολιτική. Μια πολιτική διεφθαρμένη από τον Ιμπεριαλισμό, καθαρά «εκλογική», ένας διεφθαρμένος κύκλος όπου εναλλάσσονταν σχεδόν υποχρεωτικά τα δυο μεγάλα πατροπαράδοτα κόμματα, το Φιλελεύθερο και το Συντηρητικό, τόσο όμοια μεταξύ τους, όπως το Δημοκρατικό και το Ρεπουμπλικανικό των Ενωμένων Πολιτειών, που είτανε κιόλας πιστό τους αντίγραφο. Οι leaders τους είτανε γέροι στρατηγοί του απελευθερωτικού στρατού, που είχανε προδώσει, τον καιρό της ειρήνης, τα ιδανικά που τους είχαν εμψυχώσει κατά τους πολέμους εναντίον της Ισπανίας^ είτε αστοί, όπως ο Ζαγιάς (Zayas), υποδείγματα χυδαιότητας και διαφθοράς. Η σύντομη ιστορία της δημοκρατίας μας —μικρή σταγόνα μέσα στον χρόνο— είναι γεμάτη πολιτικούς πολέμους, περισσότερο ή λιγότερο σημαντικούς. Ο πρώτος είναι ο λεγόμενος «μικρός πόλεμος του Αυγούστου», του 1906, των φιλελεύθερων εναντίον των συντηρητικών. Ο πρόεδρος Εστράντα Πάλμα, συντηρητικός, άνθρωπος δεμένος στους Αμερικανούς, από τους οποίους τοποθετήθηκε στην προεδρία τo 1902, αποπειράθηκε να παρατείνει την ζωή της προεδρίας του τη στιγμή που είχε τελειώσει η περίοδος για την οποία είχε εκλεγεί πρόεδρος. Επειδή όμως δεν μπορούσε να το κατορθώσει εξ αιτίας της λαϊκής αντίδρασης, παράτησε την εξουσία, για να προκαλέσει αυτόματα την αμερικανική επέμβαση, σύμφωνα με την τροπολογία Πλατ. Έφτασαν τα πολεμικά πλοία. Έγιναν νέες εκλογές και βγήκε ένας στρατηγός που είχε πολεμήσει εναντίον της Ισπανίας: ο φιλελεύθερος Γκομέζ. Κάτω από τη δική του προεδρία έγινε ο λεγόμενος «φυλετικός» πόλεμος τo Μάη του 1912, με αρχηγούς δυο νέγρους, τον Εστενόζ και τον Ιβονέτ. Αυτοί ζητούσαν βελτίωση όχι μόνο για τους νέγρους, μα γενικά και για τους φτωχούς Κουβανούς. Επεμβήκανε πάλι οι Βορειοαμερικάνοι και, κάτω από την πίεση του πρεσβευτή των Ενωμένων Πολιτειών, η επανάσταση πνίγηκε στo αίμα. Ένας άλλος στρατηγός, ένας άλλος «πατριώτης», ο Μενοκάλ, διαδέχτηκε τον Γκομέζ. Συντηρητικός, ο Μενοκάλ είχε σπουδάσει μηχανικός σ’ ένα πανεπιστήμιο αμερικανικό και αμερικανική είταν η ανατροφή του και η σκέψη του. Κάτω από την κυβέρνησή του συγκρούστηκαν ξανά φιλελεύθεροι και συντηρητικοί, σ’ έναν αγώνα αιματηρό, που τον προκάλεσαν οι απάτες που έβαλε σ’ ενέργεια ο Μενοκάλ για να εξασφαλίσει την εκλογή του. Επενέβη ξανά η κυβέρνηση της Ουάσιγκτον, υποστήριξε τον Μενοκάλ με τον διαβότητο πρεσβευτή της Γκοντσάλες, κι αυτός επικύρωσε τις πλαστές εκλογές και την κυβέρνηση που είχε βγει παρά τη λαϊκή θέληση. Πρόφαση: η ανάγκη να διατηρηθεί τo επίπεδο της παραγωγής της ζάχαρης κατά τον παγκόσμιο πόλεμο. Βρισκόμαστε στo 1917. Άνθρωπος ειρηνικός, ευγενικός, πονηρός κι ο πρόεδρος Ζαγιάς, που διαδέχτηκε τον Μενοκάλ, βρέθηκε στην ανάγκη ν’ αντιμετωπίσει λαϊκές ταραχές. Οι απόμαχοι των πολέμων της ανεξαρτησίας, πολυάριθμοι τότε, μαζί με τους σπουδαστές και με μια σημαντική μερίδα του λαού έκαμαν έναν ορμητικότατον αγώνα εναντίον της κυβέρνησης, εξαιτίας των διοικητικών σκανδάλων, του νεποτισμού και της διαφθοράς. Ωστόσο δε χύθηκε αίμα, ούτε έγινε ένοπλη επανάσταση. Πίσω από την κυβέρνηση του Ζαγιάς είταν ένας αμερικανός δικηγόρος, ο κ. Κρόουντερ, που είχε αναλάβει να καταρτίσει τον εκλογικό νόμο της Κούβας. Ο διάδοχος του Ζαγιάς, ο Ματσάντο, άλλος κι αυτός στρατηγός, άνοιξε στην Κούβα μια περίοδο άγριας τυραννίας. Όταν ο κουβανικός λαός αντιστάθηκε στην παράταση της προεδρικής εξουσίας του, που ζητούσε να την φτάσει στα έξι χρόνια, ο Ματσάντο είταν ο πρώτος που μεταχειρίστηκε τα βασανιστήρια, τη συκοφαντία, τη λογοκρισία στον τύπο, τη δολοφονία, ένα ολόκληρο πλατύ σύστημα πολιτικών πιέσεων. Ο αγώνας υπήρξε μακρύς και ανειρήνευτος έλαβαν μέρος, ενωμένοι, εργαζόμενοι και σπουδαστές μαζί με τo λαό. Ο Ματσάντο υποχρεώθηκε να παρατήσει την εξουσία όταν ξέσπασε η γενική απεργία τον Αύγουστο του 1933, και όπως έκαμε αργότερα και ο Μπατίστα, παράτησε τη χώρα και πέθανε στην εξορία. Ωστόσο καμιά από τις πολιτικές επαναστάσεις που ΄γίναν, συμπεριλαμβανόμενης και της δραματικής και φονικής εξέγερσης εναντίον του Ματσάντο, δεν είχε την ιστορική σημασία του αγώνα που ανάλαβε και διεύθυνε ο Φιντέλ Κάστρο εναντίον του Μπατίστα και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Πραγματικά κάθε σύγκριση δεν είναι μόνο γελοία, μα και παράλογη. Επρόκειτο ασφαλώς για έναν καινούργιο πόλεμο, τόσο για την Κούβα, όσο και για ό,τι άφορα τη στρατιωτική τεχνική, καθώς και για τις πολιτικές του συνέπειες: είταν ένας πόλεμος επαναστατικός. Εκείνο που κάνει κατάπληξη, στον αγώνα του Φιντέλ Κάστρο, είναι η σταθερότητα με την οποία αυτός ο νεαρός αρχηγός, που είχε μόλις περάσει τα τριάντα χρόνια, αντιμετώπισε δυνάμεις ασύγκριτα μεγαλύτερες από τις δικές του. Κυριολεχτικά σαρωμένος στην αρχή από την τυραννία όταν αποβιβάστηκε με ογδόντα δύο άντρες σε μια παραλία της Κούβας, στα νότια της επαρχίας Οριέντε, ο Κάστρο ξαναδυνάμωσε και, με τη βοήθεια των εργαζομένων και των χωρικών, σχημάτισ’ ένα μαχητικό στρατό, πειθαρχικό, ευκίνητο, που είτανε σαν αγκάθι στη σαπισμένη σάρκα του στρατού του Μπατίστα. Γεννημένος στη μικρή πόλη Μαγιαρί, της επαρχίας Οριέντε, στις 13 Αυγούστου του 1926, ο Φιντέλ Κάστρο είναι γιος ενός μετανάστη Ισπανού, από τη Γαλικία, και μιας Κουβανής. Ο πατέρας του, Άγγελος Κάστρο, ήρθε πολύ νέος στην Κούβα, όπου έκαμε περιουσία με την καλλιέργεια του ζαχαροκάλαμου και την ξυλεία. Ο Άγγελος Κάστρο παντρεύτηκε δυο φορές, τη δεύτερη φορά με την κυρία Λίνα Ρουζ Γκοντσάλεζ, και του γάμου αυτού τρίτο παιδί είναι ο Φιντέλ Κάστρο. Τ’ αδέρφια του, από την ίδια μητέρα, είναι η Αγγέλα Ραμόν, ο Ραούλ (υπουργός των επαναστατικών δυνάμεων) και η Χουάνα. Από μικρός ο Φιντέλ Κάστρο έδωσε δείγμα μεγάλης σωματικής δύναμης και μιας αρκετά ζωηρής διανοητικότητας. Σε μια πρόσφατη ομιλία του ο Φιντέλ είπε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, πως κάποτε, όταν είταν νέος, εξαιτίας της ομιλητικότητάς του, οι γονείς του πίστεψαν πως θα πετύχαινε σα δικηγόρος. Βέβαιο είναι πως, αφού πέρασε τη νεανικήν ηλικία σ’ ένα κολέγιο θρησκευτικό, στo ονομαστό κολέγιο των ιησουιτών του Μπελέν, στην Αβάνα, ο Κάστρο μπήκε στo Εθνικό Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει νομικά τo 1945. Στο κολέγιο του Μπελέν, ο Κάστρο δε διακρίθηκε μόνο για το πνεύμα του, που σ’ αυτό είταν ένας από τους καλύτερους μαθητές, μα και για την επίδοσή του στον αθλητισμό, δείχνοντας μιαν εξαιρετικήν ικανότητα και σ’ αυτόν τον τομέα. Ψηλός —παραπάνω από έξι πόδια— και με τη ζωτικότητα που αναφέραμε, έγινε γρήγορα ένας από τους καλύτερους της φοιτητικής ομάδας, όπως είταν και στo κολέγιο, και συγχρόνως ο φυσικός πολιτικός ηγέτης των συσπουδαστών του, των αφοσιωμένων από τα φοιτητικά τους θρανία στον αγώνα εναντίον της δημόσιας διαφθοράς. Η μεγάλη ανησυχία του τον οδήγησε να λάβει μέρος το 1949 σε μιαν εκστρατεία εναντίον του Τρουχίλλο, του δομινικανού δικτάτορα, που δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Γυρίζοντας στην Αβάνα και στο Πανεπιστήμιο, εκλέχτηκε αντιπρόεδρος της FEY (Ομοσπονδία των φοιτητών) και κατόπιν έγινε πρόεδρος. Ο Κάστρο τέλειωσε τις νομικές του σπουδές τo 1950. Είχε παντρευτεί το 1948 κι είχε αποχτήσει κι ένα παιδί, που ονομάζεται Φιντέλ όπως κι αυτός, μα χώρισ’ έπειτα από εφτά χρόνια, τo 1955. Ποιος είταν ο πολιτικός προσανατολισμός εκείνη την περίοδο αυτού του νέου, που θα γινόταν ο αρχηγός του κουβανικού λαού; Είχε προσκολληθεί στο Ορθόδοξο κόμμα, που ο πρόεδρος του Εδουάρδος Τσιμπάς (που αργότερ’ αυτοκτόνησε) ασκούσε μια ζωηρότατη πολεμική χτυπώντας τα παλιά κατακάθια της πολιτικής του τόπου. Τα κατακάθια αυτά είχανε ξανανθίσει, έπειτα από την πτώση του Ματσάντο, τo 1933. Η επανάσταση είχε βγει μάταιη, χτυπημένη από μια φασιστικήν οργάνωση —την ABC— που την ευνοούσε η αμερικανική επιρροή κι από την επικράτηση μιας φονικής στρατιωτικής δικτατορίας με αρχηγό τo Μπατίστα, έναν πρώην λοχία του στρατού της τυραννίας. Κινήματα όπως η απεργία του Μάη του 1935 χτυπήθηκαν αμείλικτα. Έγινε της μόδας τo ρετσινόλαδο, η δολοφονία είτανε στην ημερήσια διάταξη, ξαναγύρισαν τα βασανιστήρια. Τέλος οι κυβερνήσεις του Γκράου Μαρτίν (1944—1948) και του Πρίο Σοκάρρας (1948—1952), που είταν γέροι οδηγοί των φοιτητικών και σπουδαστικών ομάδων στον αγώνα εναντίον του Ματσάντο, ξύπνησαν βέβαια τo λαό, κυρίως ο πρώτος, μα ενώ είχε στα χέρια του όλα τα μέσα να κάμει την επανάσταση, άφησε το λαό να περιμένει του κάκου. Από τ’ άλλο μέρος τ’ Ορθόδοξο κόμμα, που είχε χωρίσει από το κόμμα του Γκράου και του Πρίο, δεν είταν κι αυτό κόμμα επαναστατικό. Η επιρροή του είτανε μεγάλη στους μικροαστούς και στους σπουδαστές, μα δεν είταν τo κατάλληλο να οργανώσει τη δύναμη που χρειαζόταν για να νικήσει τα εμπόδια που είχανε μπει μπροστά στην ανάπτυξη της κουβανικής κοινωνίας από την αρχή της δημοκρατικής της ζωής, κι απάνω απ’ όλα είταν ανίκανο να αγωνιστεί εναντίον του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Δικαιολογημένα ο Μπλας Ρόκα είπε γι’ αυτό τo κόμμα πως η επιρροή του «αποτελούσε εμπόδιο στην κινητοποίηση των λαϊκών μαζών, στον ενεργητικόν αγώνα και στην επαναστατική δράση εναντίον της τυραννίας» το κόμμα αυτό αποτελούσε εμπόδιο στην ενωμένη δράση του λαού, επειδή οι κυριότεροι αρχηγοί του έκαναν αντικομουνιστικό κήρυγμα με κατεύθυνση πλατική, δηλαδή παραδέχονταν την υποταγή της Κούβας στo βορειοαμερικανικόν ιμπεριαλισμό με τους όρους που ανάφερε η ρήτρα του Πλατ. Η γραμμή αυτή της παθητικής στάσης που υποστήριζε τ’ Ορθόδοξο κόμμα δε συμβιβαζόταν καθόλου με την αντίληψη του Φιντέλ Κάστρο για τον πολιτικόν αγώνα στην Κούβα. Είταν ανάγκη ν’ αντιμετωπίσει και να λύσει σοβαρά προβλήματα, όπως το πρόβλημα της οικονομικής διείσδυσης των Ενωμένων Πολιτειών στη χώρα μας, της πολιτικής υποδούλωσης της κυβέρνησης της Αβάνας στην κυβέρνηση της Ουάσιγκτον, των φυλετικών διακρίσεων, που κρατούσαν χωρισμένον ένα λαό που η καταγωγή του είτανε λευκομαύρη, της μεγάλης ιδιοκτησίας, της ανεργίας, του αναλφαβητισμού κτλ. Στις πλατιές κι επιδεικτικές χειρονομίες, στα μεγάλα λόγια, είταν ανάγκη ν’ αντιταχτεί η δράση των μαζών συνοδευόμενη με βαθιές τροποποιήσεις της εθνικής οργάνωσης. Η επίθεση στους στρατώνες Μονκάδα, στο Σαντιάγο της Κούβας, όπου στάθμευαν χιλιάδες στρατού της τυραννίας, είτανε μια δυνατή πρόσκληση. Από κείνη την επίθεση γεννήθηκε το Κίνημα της 26 του Ιουλίου (η ονομασία οφείλεται στην ημερομηνία που έγιν’ εκείνη η επανάσταση κατά το 1953) και όσο κι αν απότυχε, σημειώνει ωστόσο την χρονολογία που εξαφανίστηκε το παλαιό κόμμα που είχε ιδρύσει ο Τσιμπάς και όπου είχε προσκολληθεί κι ο Φιντέλ Κάστρο, παραχωρώντας τη θέση του σ’ έναν επαναστατικό οργανισμό πολύ πιο αποτελεσματικό. Η ενέργεια του Μονκάδα συμπληρώθηκε με την απόβαση ενός ομίλου ηρώων —ογδονταδύο άντρες το όλο— που, ξεκινώντας από το Μεξικό μέσα σ’ ένα μικρό πλοίο, ένα «γιώτ», το «Γκράνμα», αποβιβάστηκαν στην παραλία του Νίκβερο, ένα μικρό χωριό στην πλαγιά της Σιέρρας Μαέστρας, στις 30 του Νοέμβρη του 1956, έπειτ’ από ένα δραματικό ταξίδι. Ανακαλύπτοντας η αεροπορία της τυραννίας τους «επιδρομείς», τους σάρωσε σχεδόν όλους με τα πολυβόλα: μόνο εικοσιδύο άντρες σώθηκαν. Ανάμεσα σ’ αυτούς κι εκείνοι που έγιναν οι πιο ικανοί αρχηγοί της κουβανικής επανάστασης: ο Φιντέλ, ο αδελφός του Ραούλ, ο «Τσέ» Γκουεβάρα, ο Καμίλο Σιενφουέγκος (που χάθηκε αργότερα σ’ ένα αεροπορικό επεισόδιο) κι ο Χουάν Άλμέιδα. Από τους εικοσιδύο αυτούς άντρες, δέκα πιάστηκαν και φυλακίστηκαν στο νησί Λος Πίνος. Απόμειναν μόνο δέκα και μ’ αυτούς ο Φιντέλ Κάστρο έκαμε αρχή σε μιαν από τις πιο μεγάλες εποποιίες της αμερικανικής ιστορίας. Δεν είταν ένα κοινό άτομο ή όνομα: έσεισε όλο το οικοδόμημα της τυραννίας, με το ιμπεριαλιστικό της στήριγμα και το αποικιακό της σύστημα των μεγάλων ιδιοκτησιών, της τερατώδικης αυτής επιβίωσης των ισπανικών καιρών, που η ψεύτικη δημοκρατία μας δεν είχε την ικανότητα να ξεκαθαρίσει και που αναπτύχθηκαν κάτω από την αμερικανική επιρροή. Ο τακτικός στρατός, εκπαιδευμένος από έμπειρους Βορειοαμερικάνους, εξαφανίστηκε σαν από θαύμα. «Δεν έχουμε να μάθουμε τίποτ’ από σας —είπε ο Φιντέλ Κάστρο στα μέλη της στρατιωτικής αποστολής των Ενωμένων Πολιτειών στην Αβάνα— επειδή εμείς νικήσαμε τους στρατούς που εσείς διδάσκετε». Και τους κυνήγησε. Στη θέση του μισθοφορικού εκείνου στρατού, που είταν όργανο δουλικό της τυραννίας, δημιουργήθηκε ο άταχτος στρατός, σχηματισμένος από το λαό και στην υπηρεσία του λαού. Εξαφανίστηκαν τα μισητά αστυνομικά αυτοκίνητα, στυλ βορειοαμερικανικό, όπως και η Υπηρεσία στρατιωτικών πληροφοριών (SIM), το Γραφείο αντικομμουνιστικής ενεργείας (BRAC), η υπηρεσία ναυτικών πληροφοριών (SIN) και διάφορ’ άλλα παρόμοια. Επίσης εθνικοποιήθηκαν όλες οι επιχειρήσεις παραγωγής της ζάχαρης δόθηκε η γη στους φτωχούς και μικροϊδιοκτήτες χωρικούς και τα μεγάλα αγροκτήματα, όπου καλλιεργούνταν το ζαχαροκάλαμο και θρέφονταν τα ζώα, έγιναν συνεταιριστικές οργανώσεις ή συνεταιριστικά αγροκτήματα κρατικοποιήθηκαν από το κουβανικό κράτος οι μονοπωλιακές ξένες εταιρίες των τηλεφώνων, του πετρελαίου, του ηλεκτρισμού κρατικοποιήθηκαν οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρίες και οι μεγάλες επιχειρήσεις άρχισε η αστική μεταρρύθμιση, κάνοντας τον κάθε ενοικιαστή ιδιοκτήτη του σπιτιού που κρατούσε, αποσβένοντας την αξία του ακίνητου με το μηνιάτικο που πλήρωνε για νοίκι. Οι παραλίες, που πριν τις κατείχαν μερικές αριστοκρατικές λέσχες, ανοίχτηκαν στο λαό, και μ’ αυτή την απόφαση καταφέρθηκε ένα θανάσιμο χτύπημα στον παράλογο χωρισμό των πολιτών ανάλογα με τo χρώμα του δέρματος. Οι στρατώνες γίνηκαν σκολειά κι έγιναν και πολλά άλλα βήματα στo δρόμο της οικονομικής και κοινωνικής μεταβολής της χώρας. Σα συνέπεια όλων αυτών, η Κούβα έπαψε να ΄ναι μια μισοαποικία, πήρε χαραχτήρα ελεύθερου και κυρίαρχου κράτους και συνδέθηκε με διπλωματικές κι εμπορικές σχέσεις μ’ όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανόμενων και των σοσιαλιστικών χωρών. Από πιόνι του ψυχρού πολέμου, η Κούβα έγιν’ ένα φρούριο ειρήνης. Εναντίον της τέτοιας επανάστασης ξεσηκώθηκαν φυσικά οι προνομιούχοι και τα παράσιτα του καθεστώτος που είχε ανατραπεί. Μαζί τους κι επικεφαλής τους ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός, που είναι ο πιο μανιασμένος και άγριος εχθρός της κουβανικής επανάστασης και που για να τη χτυπήσει χρησιμοποίησε όλα τα μέσα, έκαμε κάθε είδους έγκλημα και κατέφυγε σ’ όλες τις ταπεινότητες. Μα η επανάσταση προοδεύει και προχωρεί παρά τα χτυπήματα που δέχεται. Η επανάσταση, που την άρχισε και την οδηγεί θριαμβευτικά ο Φιντέλ Κάστρο, αρχηγός της εργατικής, της αγροτικής και της σπουδάζουσας νεολαίας, είναι η ενιαία έκφραση του κουβανικού λαού, ενός λαού πού, μ’ όλο τo σφίξιμο μέσα στη διπλή τανάλια της τυραννίας και του ιμπεριαλισμού, έχει αποδείξει πως κατέχει ανεξάντλητες ζωτικές ικανότητες. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ταξιδιώτες επιπόλαιοι που περνούσαν από την Αβάνα και δεν επισκέπτονταν τίποτ’ άλλο από τους τόπους της κοσμοπολίτικης επιρροής, έκριναν πως η Κούβα ήταν αγιάτρευτα άρρωστη. Την θεωρούσαν ανίκανη ν’ αντιδράσει και να επαναστατήσει εξαιτίας ενός τρομερού καρκίνου, όπως έλεγαν, που της σπάραζε τα σπλάχνα: του παιγνιδιού, της πορνείας, της εύκολης ζωής, τέλος του «τροπικαλισμού», μιας λέξης που σήμαινε την έλλειψη χαραχτήρα και την ολοκληρωτική έλλειψη ευθύνης. Η αλήθεια είναι πως οι ταξιδιώτες αυτοί έβλεπαν μόνο τα ελαττώματα και τα φοβερά αμαρτήματα που βασάνιζαν τα κοινωνικά στρώματα τα δεμένα στο καθεστώς που κυριαρχούσε, που βέβαια αυτό είταν διεφθαρμένο ως το μεδούλι. Αν είχαν γυρίσει το βλέμμα προς το λαό, θα διαπιστώνανε πως η χώρα πραγματικά, στο βάθος, είτανε γερή. Από τις αρχές του XIX αιώνα, όπως έχουμε δει, οι Κουβανοί θέλησαν να ζήσουν ελεύθεροι. Οι αντιφάσεις όμως της ανώτερης τάξης —των μεγαλοκτηματιών και των δουλοκτητών— που λησμονούσε πως δε μπορούσε νάν’ ελεύθερος ένας λαός που κρατεί έναν άλλο στη σκλαβιά —όπως συνέβαινε μ’ αυτούς που είχαν στην κυριότητα τους Αφρικανούς δούλους— κι αμέσως έπειτα οι εσωτερικοί αγώνες που κομμάτιασαν την ενότητα της τάξης αυτής μέσα στον πόλεμο εναντίον της Ισπανίας, την οδήγησαν στη χρεοκοπία από την πρώτη επανάσταση του 1868. Είκοσι χρόνια αργότερα, η επέμβαση των Ενωμένων Πολιτειών στον ισπανο-κουβανικό πόλεμο του 1895, που τον είχε κάμει ο Χοσέ Μαρτί, άλλαξε την τότε έτοιμη εθνική νίκη εναντίον του ισπανικού στρατού σε νίκη των Βορειοαμερικανών, που άνοιξε τις πόρτες της Κούβας στον ιμπεριαλισμό με τις τρομερές του συνέπειες, την πολιτική διαφθορά και την πλατιά οικονομική διείσδυση. Ο Φιντέλ Κάστρο αποκατέστησε την ιστορική συνέχεια των αγώνων μας. Η επανάσταση που εκείνος διευθύνει με τις στρατιωτικές και πολιτικές του ικανότητες, δε σκοπεύει μόνο να πραγματοποιήσει, μα να αναπτύξει, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά της εποχής μας, το πνεύμα άλλων μεγάλων επαναστατικών αγώνων της Κούβας, που είχαν αρχίσει μέσα στα όρια που χάραζαν η ταξική κατάσταση της κοινωνίας και η εποχή κι είχαν φτάσει ως το ξύπνημα της χώρας στο XIX αιώνα. Η αστική επανάσταση του Σέσπεντες το 1868 κι η λαϊκή επανάσταση του Μαρτί το 1895, κορυφώνονται έτσι στη σοσιαλιστική επανάσταση του Φιντέλ Κάστρο το 1961. Ο κουβανικός λαός ζει σήμερα σίγουρος για τον εαυτό του. Ξέρει πως ο συσχετισμός των δυνάμεων, στον κόσμο, δεν ευνοεί τον ιμπεριαλισμό κι έχει εμπιστοσύνη —και με τo δίκιο του— σ’ έναν αρχηγό νέο, ενεργητικό, αφιλόκερδο σ’ ένα μεγάλον άντρα που δε θα σταματήσει τον αγώνα ώσπου να νικήσει. Στο αναμεταξύ ο κ. Κέννεντυ ταράζεται, κόκκινος από το θυμό του, βλέποντας πως ο «ώριμος καρπός» που εδώ κι έναν αιώνα υποσχέθηκε ο Άνταμς, δεν πέφτει στο καλάθι. Έπειτ’ από την οικονομική επίθεση που έβαλε σ’ ενέργεια ο Αϊζενχάουερ —πετρέλαιο, ζάχαρη— και που προκάλεσε τη βοήθεια της Σοβιετικής Ένωσης και των λαϊκών δημοκρατιών ακολούθησε η ληστρική στρατιωτική επίθεση, που αποκρούστηκε σε 72 ώρες από την πολιτοφυλακή κι από τον άταχτο στρατό μας. Ο Κέννεντυ ξεχνάει πως οι καιροί μας δεν είν’ εκείνοι της Βέρα Κρουζ και των κλοπών της Καλιφόρνιας και του Τέξας. Δεν είναι μήτε οι καιροί της Γουατεμάλας. Είναι… οι καιροί της Κούβας. Τι σημαίνει αυτό για μας και πόσο η δική μας πραγματικότητα είναι ελπίδα όλων των λαών της Αμερικής και του κόσμου μέσα σ’ αυτούς τους ιστορικούς καιρούς, θα το ιδεί ο αναγνώστης στις σελίδες που αποτελούν τούτο το βιβλίο. Αβάνα, Απρίλης 1961 ΝΙΚΟΛΑΣ ΓΚΟΥΪΛΛΕΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: Πρόλογος Εισαγωγή * Προσφυγή στο Έκτακτο Δικαστήριο * Προκήρυξη για την επίθεση στο Μονκάδα * Ο Κάστρο καταγγέλλει ένα σχέδιο δολοφονίας του * Η ιστορία θα με δικαιώσει * Εναντίον όλων * Χωρισμός από το “Ορθόδοξο” κόμμα * Η επιστροφή στην Κούβα * Προκήρυξη από τη Σιέρρα Μαέστρα * Τα εγκλήματα του στρατού του Μπατίστα * Κατηγορία εναντίον του Ε.Π.Α. * Η φωνή του Μπατίστα * Οδηγίες του Κάστρο στο στρατό και το λαό * Η άφιξη στην Αβάνα * Πραξικόπημα και επανάσταση * Η “Επιχείρηση Αλήθεια” * Οι εργάτες και η επανάσταση * Ο Κάστρο Πρωθυπουργός * Η Κούβα και ο κομμουνισμός * Ένας λόγος στη Ν. Υόρκη * η αγροτική μεταρρύθμιση * Λόγος στα παιδιά * Οι εργαζόμενοι και η εκβιομηχάνιση * Απολογισμός ενός χρόνου * Η Ανατίναξη του “LA COUBRE” * Η εργατική και αγροτική πολιτοφυλακή * Το ζήτημα της ζάχαρης * Η φιλία με τη Σοβιετική Άνωση * Μια πειρατική ενέργεια * Η εθνικοποίηση των αμερικανικών επιχειρήσεων * Η επανάσταση και οι καθολικοί * Η διακήρυξη της Αβάνας * Το Κατηγορητήριο στα ηνωμένα Έθνη * Η πρώτη φάση ολοκληρώθηκε * Η επίθεση * Η νίκη της επανάστασης * Η Δημοκρατία είναι σοσιαλιστική.

Βάρος 0.486 kg
Διαστάσεις 14 x 21 cm