Χαρ. Τρικούπη 22, Αθήνα, Τ.Κ. 10679 - Τηλ. 210 3623092, email: info@alfeiosbooks.com

Κομμάντος του Αιγαίου

8,00 € 4,00 €

Η αντίσταση στα Δωδεκάνησα. Οι τολμηρίες ιστορίες των δύο σαμποτέρ από την Κάλυμνο. ΚΟΜΜΑΝΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Συγγραφέας:

Κουμιανός Πανορμίτης και Κώστας

Εκδοτικός οίκος:

Αλφειός

Μετάφραση:

Τόπος έκδοσης:

Αθήνα

Έτος έκδοσης:

1988

Σελίδες:

240

ISBN:

Κατάσταση:

Άριστη

Διαθέσιμο

Κωδικός: AB-00003110. Κατηγορίες: , , , , .
   

Η αντίσταση στα Δωδεκάνησα. Οι τολμηρίες ιστορίες των δύο σαμποτέρ από την Κάλυμνο. ΚΟΜΜΑΝΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΓΚΛΗ ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ Αρχές του Ιούνη του 1945 κατέβηκα από τον Πειραιά στην ιδιαίτερη πατρίδα μου Κάλυμνο. Είχα να πάω από το 1934, όπου είχα μείνει λίγους μήνες. Από μεσομαγιάτικα Γερμανοί και Ιταλοί, αντουφέκιστοι, συνθηκολόγησαν και παραδόθηκαν στους Άγγλους. Ο πόλεμος είχε λήξει απάνω στη γης. Τα χτήνη ξανάβρισκαν τον άνθρωπο — όσο μπορούσαν και όσο τον άντεχαν. Έτσι τα Νησιά «λευτερώθηκαν»… τα διαφέντευαν τώρα καινούριοι διαφεντεφτές, οι Άγγλοι. Εάν με ρωτήσεις: «Ποιος από τους τρεις είταν ο καλύτερος», θα δυσκολευτώ να σου απαντήσω. Οι καταχτητές είναι φτιαγμένοι από το ίδιο σκληρό υλικό. Ο ένας έρχεται με το ντουφέκι στραμμένο απάνω σου· τον βλέπεις, είναι οχτρός δηλωμένος – φυλάγεσαι ή τον πολεμάς. Ο άλλος ξεμπαρκάρει με τραγούδια και φανφάρες. Έχεις ακούσει πως είναι σύμμαχος, φίλος, και τον καλωσορίζεις με φωνές χαράς, λουλούδια και την αγκαλιά ανοιχτή: «Ζήτω ο σύμμαχος ελευθερωτής!», φωνάζεις, ανόητα και ανώριμα. Ο οχτρός, παραμερίζοντας βίαια τα πάντα, γίνεται αμέσως εξουσιαστής και δυνάστης. Ζητά υπακοή και εκμηδένιση του εαυτού σου. Ο σύμμαχος σε αφήνει να κολυμπάς μες στην ψευδαίσθηση ότι είσαι ελεύθερος και ότι συγκυβερνάς, ως να στεριώσει, να πετάξει από πάνω του το προβατίσιο τομάρι και να φανερωθεί αυτό που στην πραγματικότητα είναι: εξουσιαστής και δυνάστης. Τα λόγια και τα χαρτιά που μιλάνε για φιλίες και συμμαχίες, έχουν ξεχαστεί. Από σένα τώρα ζητάει τέλεια υποταγή στη θέλησή του και στα σχέδιά του. Και αλίμονο σε σένα κοντονούση και ανιστόρητε που τόνε δέχτηκες με αγκαλιά ανοιχτή, γιατί μέσα στη δικιά σου πατρίδα γρήγορα έγινες υπήκοος σε ξένους. Όταν πρωτοκατέβηκα στο νησί το βρήκα μισοάδειο. Οι είκοσι πέντε ή είκοσι οχτώ χιλιάδες μόνιμοι κάτοικοι του, είχαν απομείνει, όλοι όλοι, δυόμισι χιλιάδες. Τους άλλους η κοκαλιάρα η πείνα τούς ανάγκασε να φύγουν κρυφά στα μέρη της Μέσης Ανατολής, πρόσφυγες. Εκεί οι άντρες κατατάχτηκαν εθελοντές στο στρατό, όπως είχαν κάνει και οι συμπατριώτες τους στην Ελλάδα, που πήγαν εθελοντές να πολεμήσουν τους Ιταλούς στην Αλβανία. Τώρα κάθε οχτώ δέκα μέρες ερχόταν ένα καράβι γιομάτο πρόσφυγες: με την ειρήνη ξαναγύριζαν οι άνθρωποι στα σπίτια τους. Λίγους μήνες μετά γνώρισα τον Κώστα Κουμνιανό. Ο Κώστας και ο αδερφός του Πανορμίτης, είχα ακούσει από συμπατριώτες, από Ρόδιους, Αμοργίνους και άλλους, ότι στα χρόνια του πολέμου είχαν ξεχωρίσει σαν οι πιο αποτελεσματικοί και ανδρείοι κομάντος του Αιγαίου. Ασύγκριτοι. Είχανε περίπου γίνει θρύλος παλικαριάς. Ο Πανορμίτης τότε βρισκότανε φυλακή στη Λευκωσία στην Κύπρο, καταδικασμένος από αγγλικό στρατοδικείο σε θάνατο. Οι Άγγλοι, όπως και οι άλλοι δυνάστες των λαών, το είδαμε σε Γερμανούς, σε πληρώνουν, σε καλούν συνεργάτη τους, σου φανερώνουν τάχατες φιλία, όσο σε έχουν ανάγκη. Όταν η δουλειά τους έχει πετύχει, ή αρνιέσαι να συνεχίσεις τη συνεργασία, γιατί τώρα σε διατάζουν να προδώσεις την ιδιαίτερη πατρίδα σου (θα το συναντήσετε μέσα σε τούτο το βιβλίο) σε πετάνε όπως σπασμένο άχρηστο αντικείμενο. Όχι λίγες φορές, αν τους συμφέρει ή αν μπορούν, σε εξαφανίζουν για πάντα. Όταν ο πόλεμος τέλειωσε, τους δύο αδερφούς πήγαν οι Άγγλοι μέσα στην έρημο να τους εχτελέσουν, μα δεν το κατάφεραν. Η πονηριά και η λεβεντιά τους τους έσωσε. Ο Κώστας ζήτησε τη φιλία μου και μου έδειξε εμπιστοσύνη. Οι άνθρωποι αυτοί που μπαλαντζάρουν τον εαυτό τους μερονυχτίς από τη ζωή στο θάνατο και από το θάνατο στη ζωή, γίνονται, από τη φύση των πραγμάτων, δύσπιστοι, καχύποπτοι, παντού υποψιάζονται θανάσιμη χωσιά. Η καχυποψία κυκλοφορεί μέσα στο αίμα τους. Θυμήθηκα την περιγραφή ενός Γάλλου, για τον Κολοκοτρώνη, λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο της ελευθερίας. «Πάντα, έγραφε ο Γάλλος, όταν καθόταν, έπρεπε για σιγουριά ν’ ακουμπάει την πλάτη σε τοίχο. Όση ώρα μίλαγε ή άκουγε, τα γορκοκίνητα μάτια του κοίταγαν ανήσυχα απ’ όλες τις μεριές. Στρατηγός τώρα, μα δεν μπορούσε να βγάλει από μέσα του τη ζωή του κλέφτη». Ο Κώστας είχε καταστρώσει ένα σχέδιο. Όταν θα μάθαινε ότι ο αδερφός του θα εχτελόταν μια ορισμένη μέρα, εάν οι Άγγλοι ‘φτάναν ως εκεί, αλλά ποιος να τους εμποδίσει; η συνείδηση μήπως; θα άρπαζε δυο Άγγλους ανώτερους αξιωματικούς και θα τους πήγαινε στο βουνό: «Ή λευτερώνετε τον αδερφό μου ή χαλώ τους δικούς σας». Το σχέδιο, που μου ‘μπιστεύτηκε είταν μελετημένο και προσεγμένο στις λεπτομέρειες του. Περιμένοντας το ξετύλιγμα της υπόθεσης, γράψαμε τέσσερα γράμματα: στο βασιλιά της Αγγλίας, στον υπουργό των Στρατιωτικών και σε δύο ανώτερους αξιωματικούς, που τους γνώριζαν, ιστορώντας τους την καταπληχτική δράση των δύο αδερφών Κομνιανών ή Ντρύδων, όπως τους ονόμασαν οι ίδιοι για τη γεροσύνη τους, από το δέντρο δρυς. Τους θυμίζαμε ότι όπου οι άλλοι κομάντος αποτύχαιναν σε θανατηφόρες αποστολές, πήγαιναν αυτοί, εχτελούσαν τις διαταγές, εξόντωναν και τον οχτρό. Είχανε γίνει για τους αντίπαλους ο τρόμος στο Αιγαίο. Σε λίγες βδομάδες ο Πανορμίτης αποφυλακίστηκε και ήρθε στην Κάλυμνο. Ο Πανορμίτης είταν πιο αψηλός, πρώτο μπόι, τα ίδια ή πιο πλατύστηθος, πιο «φαρδοκουτελάτος», που λέει το τραγούδι, από τον αδερφό του. Τα μπράτσα και των δύο χοντρά και παραμορφωμένα από τα εξογκωμένα νεύρα και τα σκληρά μούσκουλα. Οι χερούκλες τους φαρδιές σα φτυάρια, δυνατές σα μάγγανο. Δύο νέοι άντρες -τριαντάριζαν τότε- με υπερφυσική δύναμη, έτοιμοι να χτυπηθούν με το Χάρο, φοβεροί για τους οχτρούς, σιγουριά για τους φίλους. Μια και τo ‘φερε η κουβέντα, θα διηγηθώ μια ιστορία για τον Κώστα. Πηγαινορχόταν από την Κύπρο όσο ο αδερφός είτανε φυλακή. Φτάνοντας στη Ρόδο από να τέτοιο ταξίδι, κάτι ελληνόπουλα του είπαν πως ένας Ιταλός μποξέρ έδερνε τους Έλληνες. «Και γιατί τους δέρνει;». « Έτσι, του είπαν τα παιδιά, για να μας ξευτελίζει». «Ελάτε να μου τον δείξετε». Πήγανε στο καφενείο της μικρής πλατείας και τόνε βρήκανε να κάθεται εκεί απ’ έξω. Είταν άντρακλας γερός. Ο Κώστας τράβηξε απάνω του και με την απότομη μιλιά του, που πολλές φορές μου θύμιζε πολυβόλο σε δράση, τόνε ρώτησε αν είταν αυτός που έδερνε τους Έλληνες και γιατί το έκανε. – Για το κέφι μου, αποκρίθηκε ο Ιταλός. – Σήκω να δείρεις και μένα. Ο Ιταλός τον κοίταξε, χαμογέλασε και είπε: – Θα σε στείλω στο νοσοκομείο με σπασμένο κεφάλι και κομματιασμένα χέρια. Είταν άντρακλας, με γενειάδα καστανή που του έδινε αρχοντιά κι ευγένεια και την πλατσουδερή μύτη των ανθρώπων της δουλειάς του. Σηκώθηκε πελώριος, μα δεν πρόλαβε. Με σβελτοσύνη αφάνταση του ήρθε στη μούρη η σφιγμένη γροθιά του Ντρυ και τόνε σώριασε κατά γης. Το μεσημέρι που ήρθε στο σπίτι ο γαμπρός μου Λ.Τ., διευθυντής του νοσοκομειακού χειρουργείου, μου διηγήθηκε την ιστορία και πρόστεσε πως με τη μία και μοναδική γροθιά, «Το πρόσωπο του Ιταλού ισοπεδώθηκε σε σημείο που αμφιβάλλω εάν η μητέρα του θα μπορούσε να τον γνωρίσει». Συχνά βλεπόμασταν και τους έβαζα να μου διηγούνται ιστορίες και γεγονότα από την πολυτάραχη ζωή τους των κομάντος. Τους άκουγα συνεπαρμένος, όπως όταν παιδί, ένας καλός παραμυθάς μου αφηγούνταν ιστορίες με ήρωες ακατανίκητους, που ΄κάναν υπεράνθρωπα κατορθώματα. Σκέφτηκα τότε ότι μαζεύοντας όλο τούτο το υλικό, χωρίς να κουράσω τη φαντασία μου, θα μπορούσα να γράψω ένα βιβλίο για τον πόλεμο των κομάντος στο Αιγαίο με πρωτοπαλίκαρα τους δύο αδερφούς. Βάλθηκα να σημειώνω τις ιστορίες που μου αφηγούνταν όπως κι αυτές που άκουγα από άλλους κομάντος που γνώριζαν τη δράση τους και από ανθρώπους της Ρόδου που υπήρξαν συνεργάτες και βοηθοί τους. Λογάριαζα πως θα έβγαινε ένα βιβλίο συναρπαστικό για όσους αγαπούν τις θαλλασσινές και πολεμικές περιπέτειες και για τους άλλους που θα ήθελαν να γνωρίσουν την πραγματική ιστορία του πολέμου στο Αιγαίο και τις σχεδόν απίστευτες ιστορίες των κομάντος… Στα 1948 βρισκόμουνα άρρωστος σε αγγλικό νοσοκομείο. Μια μέρα με επισκέφτηκε ένας πορτ – κάπτεν, Σπανός τ’ όνομά του. Είχε μαζί του μερικά χειρόγραφα με ιστορίες γραμμένες από τον ίδιο, για κομάντος. Με παρακαλούσε, εάν μπορούσα να τις διάβαζα και όταν θα ξαναπέρναγε να με δει, να του έλεγα εάν οι ιστορίες είταν καλογραμμένες, εάν είχαν ενδιαφέρον και τι υποδείξεις είχα να του κάνω. – Υπήρξατε κομάντος; ρώτησα. – Ναι, από τις αρχές του αγώνα. Είχε δικό του πλοίο, επιταγμένο από τους Άγγλους. – Έχετε μήπως γνωρίσει τους Καλύμνιους κομάντος Ντρύδες. Εάν όχι, έχετε μήπως ακούσει να μιλούν άλλοι γι’ αυτούς; – Οι Ντρύδες είταν πάνω από το ανθρώπινο μέτρο^ απάνω απ’ όλους μας. Τι θα πει κούραση, φόβος, τρέμουλο της καρδιάς από το απρόοπτο, από το θάνατο που θα καραδοκούσε, τους είταν άγνωστα. Οι Άγγλοι, στις δύσκολες και επικίνδυνες αποστολές, που άλλοι απότυχαν ή δε γύρισαν πίσω ΄στέλναν τους Ντρύδες. Αυτοί παραμέριζαν τα εμπόδια, ‘φτάναν στο σκοπό τους, ΄κάναν τα σαμποτάζ, ΄καίγαν βενζίνες, πετρέλαια, αεροπλάνα, σκότωναν όσους πέφτανε στο δρόμο τους και, μα πώς είτανε δυνατό; θ’ αναρωτηθείτε, γύριζαν στη βάση τους, πεντάγεροι. Στη Ρόδο, που υπήρχαν τότε εβδομήντα δύο χιλιάδες στρατιώτες Ιταλοί και δεκαπέντε χιλιάδες Γερμανοί, που άλλοι κομάντος πρωτύτερα δεν μπόρεσαν να πατήσουν τη στεριά, που όλες οι αποστολές αφανίστηκαν, αυτοί πήγαν, βγήκαν, έμειναν. Όταν φεύγανε από την Αλεξάνδρεια γι’ αυτό το ταξίδι, ο Άγγλος Διοικητής μας, θυμάμαι τους μίλησε ψυχρά και ασυγκίνητα. – Λυπάμαι που δε θα σας ξαναδώ. Ως τα τώρα κανένας δεν έχει πατήσει το χώμα της Ρόδου. Εκεί βρίσκονται εβδομήντα δυόμισι χιλιάδες ιταλοί στρατιώτες και δεκαπέντε χιλιάδες Γερμανοί πάνοπλοι και οχυρωμένοι. Όμως πρέπει να πάτε, είναι εντολή. Βγήκαν και έμειναν δέκα μήνες κάνοντας καταπληχτικά σαμποτάζ στον εχθρό και δίνοντας πληροφορίες στο ναυαρχείο ποια βαπόρια πάνε για τη Ρόδο, ποια φεύγουν απ’ εκεί. Οι πληροφορίες τους εξακριβωμένες και σίγουρες υποδείκνυαν το στόχο στα συμμαχικά υποβρύχια και αεροπλάνα. – Να σας διηγηθώ μια περιπέτειά μου με τους Ντρύδες για να τους νιώσετε καλύτερα. Μόλις είχα γυρίσει από μια αποστολή. Πρέπει να ξέρετε ότι οι αποστολές είταν συνήθως δεκαπενθήμερες, ή είχανε συγκεκριμένο στόχο ή έκανες περιπολίες. Εάν όλα πήγαιναν καλά, γύριζες στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, έδινες ραπόρτο στο διοικητή σου και σε πήγαιναν έξω από την πόλη σε μεγάλο ξενοδοχείο, με όλες τις ανέσεις, να ξεκουραστείς και να ξελασκάρεις. Αυτά τα δεκαπέντε μερόνυχτα του ασταμάτητου ταξιδιού, η ένταση, η ενεργητικότητα, η αϋπνία, η αίσθηση ότι ο Χάρος βρίσκεται μέσα στο καΐκι σου, που στέκεται πλάι σου, σου σμπαραλιάζουν τα νεύρα. Μόλις είχα φτάσει εκείνη τη μέρα στην Αλεξάνδρεια, έδωσα την αναφορά μου στον προϊστάμενό μου, αλλά αυτός δε μου ευχήθηκε καλή ανάπαυση, όπως έλεγε πάντα σε όλους μας, αλλά… – Καπετάν Σπανέ, είπε, είναι ανάγκη να εκτελέσετε μια νέα αποστολή. Απόψε φεύγετε. Φυσικά, αρνήθηκα. Δικαιολογήθηκα μεγάλη κούραση. Πάσκισα να τον μεταπείσω, αδύνατο. – Είναι ανάγκη και δεν υπάρχει άλλο πλοίο στο λιμάνι, πρόσθεσε ξερά. Είναι διαταγή. Άρνηση διαταγής, το ξέρετε, σημαίνει στρατοδικείο. Και μάλιστα, μου κάνει με κακό χαμόγελο στο πρόσωπο, θα έχετε συνταξιδιώτες ωραία συντροφιά, τους αδερφούς Ντρύδες. – Τους κομάντος; ρώτησα φοβισμένα. – Μάλιστα, αυτούς τους ίδιους. Αυτοί ξέρουν το πρόγραμμα και σεις θα υπακούετε σε ό,τι σας λεν. Ό,τι σας λεν είναι διαταγή. Σταμάτησε, άναψε τσιγάρο και λίγο μετά πρόσθεσε: Έχω να σας δώσω μια ακόμη κατατοπιστική συμβουλή. Μην αρνηθείτε να εχτελέσετε ό,τι και αν σας πουν, ακόμη και αν θα ξέρετε ότι μπροστά σας θα συναντήσετε το θάνατο. Εάν αρνηθείτε, θα τον συναντήσετε πιο γρήγορα. Όταν πήγαινα στην κουκέτα μου να ξαπλώσω, κλείδωνα από μέσα με το κλειδί, αλλά έβανα κι ένα αγγλικό λουκέτο. Το αυτόματο είχα αριστερά, το πιστόλι δεξιά, την κάμα κάτω από το μαξιλάρι. Φτάξαμε στην «οπλοθήκη», στην Τουρκιά, αγνάντια στη Ρόδο. Εκεί υπήρχε ισχυρή βάση αγγλική. – Εβγάτε έξω να ξεμουδιάσετε, να φάτε, να πιείτε, να κάνετε ό,τι θέλετε. Απόψε θα μείνουμε εδώ. Αύριο βλέπουμε, μας είπαν τ’ αδέρφια. Φάγαμε, ήπιαμε, παίξαμε χαρτιά συναμεταξύ μας. Νωρίς, δεκάμισι ας πούμε, γυρίσαμε στο πλοίο και πλαγιάσαμε. Ταξιδεύαμε κοντά τρία μερόνυχτα και είχαμε ανάγκη από ξεκούραση και ύπνο. Κοιμηθήκαμε ξέγνοιαστοι, σαν άνθρωποι σιγουρεμένοι, μακριά από τον κίνδυνο. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα σαλτάρανε μες στο καΐκι οι δύο αδερφοί, και φωνάξανε: – Εμπρός. Αλέστα, φεύγουμε. – Μα είπατε πως θα μέναμε απόψε, είπα μισοκοιμισμένος. -Για κοίτα, μίλησε ο μεγάλος στο μικρό, εξηγήσεις θέλει, ή μπας και το κεφάλι του τον βαραίνει. Αλέστα, φώναξε άγρια με τη δυνατή μεστή φωνή του, φεύγουμε. Και ανοιχτήκαμε στο πέλαγο. Είτανε μπονάτσα, μαϊστράλι απάνεμο, ατμόσφαιρα καθαρή. Βρισκόμασταν ανάμεσα Ρόδο, Μποζούκ Μπουρνού και τα νησάκια Σεσκλιά της Σύμης. Όταν είδαμε τα φωσάκια είταν η ώρα δύο και μισή. Δύο φώσια, πενήντα εξήντα μέτρα το ένα από το άλλο, πλέανε στη θάλασσα. Δεν ήθελε φιλοσοφία, καταλάβαμε πως ένα μεγάλο πλεούμενο ταξίδευε για τη Ρόδο. Σίγουρα είτα νε γερμανικό, γιατί θα είταν ανόητο και αδύνατο ένα μεγάλο σκαρί συμμαχικό να ταξιδεύει τόσο κοντά σε γερμανοκρατούμενα και ιταλοκρατούμενα νησιά. Κάτι είπανε μεταξύ τους και ο Κώστας με διατάζει προσταχτικά. – Τράβα απάνω του. Πέσε δίπλα του. – Καπεταναίοι μου, τους λέω, σίγουρα είναι γερμανοϊταλικό και είναι σκαρί δέκα φορές και πάνω πιο μεγάλο από το δικό μας. Μπορεί και να μεταφέρει στρατό από τη Σύμη στη Ρόδο. Αντί να μου απαντήσει, γυρνά και λέει στον αδερφό του. – Είδες ποιο κωλοκαπετάνιο μας δώσανε. Του χώνεις το μαχαίρι στην κοιλιά; – Στο λαρύγγι, έκανε ο άλλος και γέλασε άγρια. Θυμήθηκα το λόγο του Άγγλου Διοικητή μου. «Μην τους πεις ποτέ όχι, δε θα προλάβεις να τελειώσεις τη λέξη». – Αμέσως… Αμέσως, φώναξα: «απάνω τους». Άρπαξα το τιμόνι κι έστρεψα την πλώρη του καϊκιού μας απάνω στο γερμανικό. Αυτό που τώρα θα σας πω, κύριέ μου, δε θα το πιστέψετε, γιατί το έχω δει εγώ. Θα σας το διηγηθώ τίμια, με κάθε ειλικρίνεια, άλλωστε τίποτα δε με συνδέει μαζί τους, τίποτα, παρά μόνο ίσως ο φόβος και η φοβέρα τους. Πλεύρισα το καΐκι. Είταν παραμεγάλο για μας, αλλά αυτοί πήδησαν το παραπέτο σαν ακροβάτες και πέσανε μέσα όπως λιοντάρια πεινασμένα. Κράταγαν από ένα ντουφέκι αυτόματο ο καθένας και στη μέση είχανε πιστόλι, χειροβομβίδες και μάχαιρα ειδική: στιλέτο. Σύρανε άγρια φωνή. Η κουβέρτα του καϊκιού είτανε γιομάτη από Γερμανούς στρατιώτες που κοιμόντουσαν. Ξύπνησαν, μα μπροστά στις αγριοφωνάρες τους και στις αποφασιστικές κάνες των αυτόματων, κανένας δε σάλεψε. Πέρασε στον ώμο του ο Πανορμίτης τ’ όπλο του και προχώρησε στο πλαγιασμένο μπουλούκι. Έσκυβε σβέλτα, άρπαζε ένα Γερμανό από το σβέρκο και τα μαλλιά, τόνε σήκωνε ψηλά, τού ‘δινε μια και τον πέταγε στη θάλασσα να πνιγεί. Άλλους πέταγε μες στο καΐκι μας και άκουγες τα κόκαλα τους να σπάνε πάνω στα ξύλα του καϊκιού. Όταν μείνανε λιγοστοί Γερμανοί, ΄δέσαν το καΐκι τους πίσω από το δικό μας και το ρυμουλκήσανε ως την αγγλική «οπλοθήκη». Μακρυγόρησα να ιστορήσω όλη τούτη τη δυσκολοπίστευτη περιπέτεια. Το έκανα για μερικούς λόγους. Δεν υπάρχει μέσα στα χειρόγραφα του Πανορμίτη. Προτού αρχίσει να γράφει το βιβλίο, είχε πάθει ελαφριά συμφόρεση, που πρέπει να του είχε αφήσει κάποια βλάβη στη μνήμη. Τελικά, ύστερα από δύο τρία χρόνια, πέθανε από αυτή την αρρώστια. Κι αυτή την ιστορία και άλλες, τις παραλείπει από το βιβλίο του, λες και είχανε σβήσει από τη μνήμη του ή κουράστηκε να γράφει. Το έκανα ακόμη για ν’ αποδείξω ότι δύο μόνο άνθρωποι, γεροί σωματικά, ψυχικά, διανοητικά, αποφασισμένοι να πεθάνουν για να λευτερώσουν την πατρίδα τους, μπορούν να κάνουν θαύματα. Και το έκανα ακόμη για μερικούς μικρόψυχους συμπατριώτες, που δε θέλουν να παραδεχτούν τις εξαιρετικές πράξεις ανδρείας και πατριωτικού ηρωισμού των αδερφών Κουμνιανών, στα μαύρα εκείνα χρόνια του φόβου και του θανάτου. Μια μέρα που κουβεντιάζαμε με τον καπετάν Κώστα Ντρύ, τον ρώτησα με περιέργεια. – Μα πώς είναι δυνατό να τρέχεις για να πέσεις με τη θέλησή σου στο ανοιχτό στόμα του κροκόδειλου και να μη φοβάσαι. Κι αυτό όχι μια, όχι δυο, παρά κάθε μέρα, κάθε νύχτα, όλες τις ώρες, για πολύ καιρό. Παίξαν τα μουστάκια του νευρικά και τα μάτια του καρφιά ασάλευτα, καρφώθηκαν μέσα στα δικά μου. Μίλησε με τη σκληρή κοφτή φωνή του. – Γιαννιό, όπως μ’ έλεγε πολλές φορές, άνθρωπος είμαι κι εγώ. Μερικές φορές φοβόμουνα, μα κάθε πρωί που ξεκίναγα για την αποστολή, έλεγα στον εαυτό μου: «Κώστα, σήμερα θα πεθάνεις για την πατρίδα», και τραβούσα μπρος αποφασισμένος για ζωή ή θάνατο. – Καπετάν Κώστα, του είπα, με το λόγο σου αυτό μ’ έκανες ν’ ανατριχιάσω. Έχεις ακουστά τον Κωνσταντή τον Κανάρη; – Τον μπουρλοτιέρη. Μια μέρα, είχε πια η Ελλάδα λευτερωθεί, ένας Γάλλος ναύαρχος ρώτησε τον Κανάρη, πού έβρισκε το τόσο κουράγιο, να μπαίνει στο ανοιχτό στόμα του λύκου, στο αραξοβόλι τού τούρκικου στόλου, να βρίσκει τη ναυαρχίδα, που τη φύλαγαν και άλλα πολεμικά, και να την μπουρλοτιάζει. Πώς τολμούσε; – Δεν ένιωθες φόβο; ρώτησε ο Γάλλος. – Πως! Φοβόμουνα, ναύαρχε μου, είπε σεμνά ο Κανάρης, μα όταν ξεκινούσα γι’ αυτή τη δουλειά, μίλαγα στον εαυτό μου και του έλεγα: «Κωνσταντή, σήμερα θα πεθάνεις για την πατρίδα», και προχώραγα. Μια μέρα ήρθε στο σπίτι ο καπετάν Κώστας. Κατάλαβα πως είχε να μου πει σπουδαίο μυστικό. Όταν μπήκαμε στο δωμάτιο και κλειδώσαμε την πόρτα, μου είπε πως τους ειδοποίησε ο Γρίβας, αυτός που στα χρόνια της Κατοχής έκανε συμμορία στο Θησείο με την προστασία και τα όπλα των Γερμανών για να σκοτώνει Έλληνες αντιστασιακούς, ότι βρισκότανε στην Κύπρο για να την ελευτερώσει από τους Άγγλους και καλούσε τα δυο φουμισμένα αδέρφια να πάνε για να τον ανταμώσουν και ν’ αγωνιστούν μαζί για τη λευτεριά του νησιού. Ζήταγε τη γνώμη μου. – Η γνώμη μου, του είπα (και ο καπετάν Κώστας ζει κι αν γράφω ανακρίβειες έχει υποχρέωση να με διαψεύσει), η γνώμη μου είναι να μην πάτε. Η υπόθεση μου μυρίζει προδοσία. Ή ο Γρίβας εξακολουθεί να είναι προδότης, της ιδιαίτερης τώρα πατρίδας του, ή είναι ανόητος και αφελής και φιλόδοξος και τον πουλάει η ελληνική κυβέρνηση για να ικανοποιήσει τους Άγγλους. – Πώς είναι δυνατό, είπε αυτός και τα μουστάκια του ‘τρέμαν από θυμό. – Όλα είναι δυνατά μ’ αυτούς. Όταν τους συμφέρει μας ξεπουλούν. Φτάνει να μείνουν πρωθυπουργοί και υπουργοί και είναι ικανοί για ό,τι χειρότερο. Αιώνες κράταγαν στη χούφτα τους τη μισή γης και τους ανθρώπους υποταγμένους κάτω από τη σόλα των παπουτσιών τους. Πως; Με την πουστιά, την ψευτιά, την πονηριά, την ανειλικρίνεια, το ξεπούλημα των συνειδήσεων των επίσημων, με τον αδίσταχτο φόνο, όπου χρειάζεται. Στην Κύπρο, έξω από τους Άγγλους και τους Έλληνες, υπάρχουν και ζουν κάπου ογδόντα – ογδόντα πέντε χιλιάδες Τουρκοκύπριοι. Στους Άγγλους συμφέρει να μείνει η Κύπρος δική τους. Έχουν στρατιωτικές βάσεις εκεί και το νησί είναι κλειδί στρατιωτικό και πολιτικό. Μόλις τα βρουν σκούρα, θα εφαρμόσουν το πολύ παλιό σύστημα τους. «Διαίρει και βασίλευε». Κατάλαβες; Θα πασκίσουν και θα τα καταφέρουν να χωρίσουν τους Έλληνες μεταξύ τους. Θα τους κάνουν δυο και τρεις μερίδες, που να διαφωνούν και να μισούνται συναμεταξύ τους. Και επειδή οι Έλληνες είναι ατομικιστές, φιλόδοξοι και φιλοχρήματοι, μην αμφιβάλεις ότι θα τους καταφέρουν. Είναι και οι Τούρκοι. Θα τους υποσχεθούν λαγούς με πετραχήλια, αρπαγή, βιασμό και σφαγή, όπλα, χρήματα και προστασία. Μάνες σε αυτά και θα τους βάλουν να σκοτώνουν Έλληνες και οι Έλληνες Τούρκους- με φανατισμό και μίσος. Κι αυτοί ήσυχοι, θα πίνουν το τσάι τους, θα καπνίζουν την πίπα τους, σίγουροι ότι η δουλειά τους γίνεται ακριβώς όπως τη θέλουν. Οι Ντρύδες, απάνω απ’ όλα, είταν πατριώτες, αγαπούσαν υπερβολικά την Ελλάδα και για το χατίρι της αγωνίστηκαν τόσα χρόνια με τόση λύσσα. Εάν είχαν εμπιστοσύνη σ’ αυτόν που τους συμβούλευε, είταν πρόθυμοι να τον ακούσουν. Λίγο καιρό μετά οι Άγγλοι, σ’ ένα μικρολίμανο κοντά στην Πάφο, πιάσανε τον «Άγιο Γεώργιο», που ερχόταν από τη Ρόδο γιομάτο όπλα προορισμένα για τους Κύπριους αγωνιστές. Με αντάμωσε ο Κώστας και μου είπε πως είχα δίκιο. – Ο αγώνας είναι προδομένος. Μερικοί συμπατριώτες κατηγορούν τους δύο αδερφούς για το σκοτωμό του Ιταλού δάσκαλου, της γυναίκας του και του παιδιού τους. Μα και για άλλα τους καταμαρτυρούν. Και όπως συνηθίζεται από πάντα στους ανθρώπους της φυλής μας, όποιου το κεφάλι ξεπηδάει από το μέτριο, γίνεται στόχος φθόνου και σκοποβολής. Βέβαια είναι ιστορία θλιβερή: ένας δάσκαλος, μια νέα γυναίκα, ένα παιδάκι. Έζησε μόνο το μωρό στην κούνια… Γιατί; Γιατί δεν τους δένανε, δεν τους στούπωναν το στόμα έτσι που να μην μπορούν να φωνάξουν και να γίνουν επικίντυνοι; Θλιβερή ιστορία, που δύσκολα ξεχνιέται. Ρώτησα μερικούς κομάντος γνωστούς μου. Τους ιστόρησα τη σοβαρότητα της αποστολής τους να κάψουν τα καλύμνικα καΐκια για να μην έχουνε μέσο μεταφοράς οι Γερμανοϊταλοί, ούτε για στρατιώτες, μήτε για πολεμοφόδια, μηδέ για τρόφιμα. Είτανε μια γαλήνια νυχτιά απ’ εκείνες που φύλλο δε σαλεύει και το σπίτι του Ιταλού δάσκαλου είταν κάπου 300 – 400 μέτρα από τη γερμανική στρατιωτική βάση. Οι κραυγές φόβου και βοήθειας των Ιταλών, σίγουρα θ’ ανησυχούσαν τους Γερμανούς φρουρούς που θα καλούσανε συναγερμό. Η αποστολή και η ζωή των κομάντος κιντύνευαν άμεσα. Εσείς τι θα κάνατε στην περίπτωση τους; ρώτησα. Όλοι μου έδωσαν περίπου όμοια απάντηση. «Θα κάναμε τα ίδια. Σ’ αυτό το άγριο ανθρωποκυνηγητό, συναισθηματισμός και αναποφασιστικότητα σ’ έχουν καταδικάσει. Ή ο εχθρός θα ζήσει ή εσύ». Παλαιότερα, μα και πρόσφατα, ρώτησα το φίλο μου Ρήγα Ρηγόπουλο, που στα χρόνια του πολέμου υπήρξε καπετάνιος κομάντος και που έχει τυπώσει το βιβλίο: «Μυστικός Πόλεμος», τη δράση των κομάντος και τη δική του. – Είσαι γιος καθηγητή Πανεπιστημίου, του είπα. Ανατράφηκες με ξενόγλωσσες νταντάδες. Έχεις πανεπιστημιακή μόρφωση και υπήρξες Νομάρχης στα Γιάννενα. Όμως παρακαλώ μόνο τον κομάντο του πολέμου Ρ.Ρ., αφού ακούσει προσεχτικά την αφήγησή μου, να μου πει τι θα έκανε αυτός στην ίδια περίπτωση. Ζητώ τίμια πράγματα και υπεύθυνα. Η ανατροφή σου, η μόρφωσή σου, η ευαισθησία σου, θα σου επέτρεπαν να σκοτώσεις ένα δάσκαλο, μια γυναίκα, ένα παιδί ή θα τα ‘φηνες πίσω σου και θα ‘φευγες. – Να σου μιλήσω τίμια δε θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά ακόμη και να γνώριζα πως η εικόνα της φριχτής πράξης δε θα έσβηνε από τη μνήμη μου. Ο Άγγλος Διοικητής συνήθιζε να μας λέει: «Να το καταλάβετε˙ από την αποστολή σας τούτη κρέμεται η νίκη του πολέμου». Οι Ντρύδες εχτέλεσαν τη διαταγή που λάβανε. Δε γινόταν να κάνουν αλλιώς. Εάν δεν το έκαναν ή θα τους σκότωναν οι Γερμανοί ή θα καταδικάζονταν από αγγλικό στρατοδικείο, ότι δεν εχτέλεσαν τη διαταγή που λάβανε. Δεν παίζαμε! Σκοτώναμε ή σκοτωνόμασταν, αυτή είταν η δουλειά μας! – Δέσιμο και φίμωμα; ρώτησα. – Δεν έχεις καιρό για τέτοια. Ούτε τα σκέφτεσαι… ούτε πρέπει. Αυτά τα γράφω για μερικούς καφενόβιους φιλοκατήγορους και για ένα «φασουλή», που όταν κάποτε -Μάης του ‘ 76- συνεννοημένος με τον αξέχαστο Δήμαρχο Θ. Παπαμιχάλη, παλιό αγωνιστή εθελοντή – λοχία στην Αλβανία, καπετάνιο του ΕΛΑΣ στην Κρήτη, να τιμήσει ο δήμος τους αγωνιστές Καλύμνιους για τις εξαιρετικές πολεμικές υπηρεσίες τους στον κοινό των συμμάχων αγώνα, έγραψα ένα σχετικό άρθρο στην τοπική εφημερίδα «Καλυμνιακός Ταχυδρόμος». Ο «φασουλής» μου έστειλε επιστολή, όπως και στο Δήμαρχο, ανυπόγραφη επιστολή, όπου αποδοκίμαζε ζωηρά την πρότασή μου για τιμητική διάκριση στους Ντρύδες. Τους ειρωνεύεται μάλιστα τόσο που αναρωτιέται αν πραγματικά «αλήθεια – ψέμα», υπήρξαν κομάντος και σαμποτέρ. Για να δυναμώσει τις κατηγόριες του δίνει έξαρση στη θλιβερή ιστορία του Ιταλού δάσκαλου. Για να τον κάνει συμπαθέστερο τον εγκωμιάζει με λόγια θερμά: «Υπόδειγμα καλού ανθρώπου (η υπογράμμιση δική του) και καλού οικογενειάρχου». Αλλά δε μας λέει ότι δίδασκε στα ελληνόπουλα Καλυμνάκια μόνο τη γλώσσα του μισητού καταχτητή σε βάρος της ελληνικής, της ηθικής και εθνικής αντίστασης. Και ακόμη, όπως λεν εκείνοι που βρίσκονταν τότε στην πατρίδα, αυτός, ο δάσκαλος, είταν που είχε την πρωτοβουλία να διαπομπέψει την Ελλάδα με το να περιφέρει στους δρόμους κάποιο φέρετρο σκεπασμένο με την ελληνική σημαία, που τελικά την κάψανε στην πλατεία. Θα νόμισε ίσως ο επιστολογράφος ότι είχε το δικαίωμα να χρήσει τον εαυτό του κήνσορα: τιμητή του νησιού. Εγώ, με λύπη, δηλώνω πως είναι ένας κιοτής, αφού ύστερα από τόσο κόπο που έκανε και τόση «φαιά ουσία», που ξόδεψε, αν βέβαια ξόδεψε, για να γράψει τη φιλοκατήγορη επιστολή του, δεν τόλμησε να βάλει την υπογραφή του. Μάλιστα. Η επιστολή τού τιμητή είναι ανυπόγραφη! Να είναι από μικροψυχιά που κατηγορεί, από ζήλια ίσως τους δυο πασίγνωστους στο Αιγαίο αγωνιστές και που η Ρόδος τους έχει τιμήσει; Γελώ γιατί τόνε φαντάζομαι να τρέχει για την τουαλέτα σαν άκουγε τη βαριά γερμανική μπότα να χτυπά στο δρόμο του σπιτιού του, όταν οι Ντρύδες, λειψοκατήγορε, πετιόντουσαν έξω με την κάμα στο χέρι. Αυτή η τεράστια διαφορά θάρρους και δειλίας, φλόγας ή ενεργητικότητας και αδράνειας, εθελοντικής προσφοράς της ζωής τους στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας, δε συγκίνησαν τον υβριστή ανθρωπάκο, που κρυμμένος στη σιχαμερή ανωνυμία, παίρνει το δικαίωμα του τιμητή. Του Ρωμαίου λαϊκού κήνσορα. Δεν μπόρεσα να γράψω το βιβλίο των δύο συμπατριωτών μου με την σχεδόν απίστευτη πολεμική δράση τους. Όμως στερνά, ο γιος του Πανορμίτη, μου τηλεφώνησε ότι ο πατέρας του προτού πεθάνει του άφησε αρκετά χειρόγραφα και του έδωσε εντολή να τα εμπιστευτεί σε μένα. Θα αποφάσιζα τι έπρεπε να γίνουν. Βάλθηκα να τα διαβάζω δύσπιστα, αλλά αμέσως το ενδιαφέρον μου ανέβηκε κατακόρυφα. Ο Πανορμίτης, με τη μόρφωση του Δημοτικού Σχολείου, έγραψε ένα βιβλίο ενδιαφέρον: ΚΟΜΑΝΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ. Τη δράση τη δική του και λιγότερο τη δράση του αδερφού του Κώστα, στα χρόνια του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου. Στο βιβλίο ιστορείται πιότερο, όπως είπα, η δράση του Πανορμίτη παρά του Κώστα, μια που ο Κώστας, αρκετές φορές, εχτελούσε άλλες αποστολές. Βέβαια, δεν είναι το λογοτεχνικό δημιούργημα με το γλαφυρό ύφος, αλλά σίγουρα είναι έργο γραμμένο με παραστατικότητα και δύναμη βάρβαρη έστω, που όμως συναρπάζει με την απίστευτη ψυχική δύναμη των ανθρώπων και την καταπληχτική δράση τους. Σαγηνεύει με την ειλικρίνεια του πρωτόγονου αφηγητή. Γιάννης Μαγκλής

Βάρος 0.30 kg
Διαστάσεις 14 x 21 cm