Χαρ. Τρικούπη 22, Αθήνα, Τ.Κ. 10679 - Τηλ. 210 3623092, email: info@alfeiosbooks.com

Μαρξισμός και περιβάλλον

5,00 € 2,50 €

προσέγγιση του προβλήματος από μια μαρξιστική πολιτική οπτική. ΠΕΡIΕΧΟΜΕΝΑ:

Συγγραφέας:

Μπιολά Γκυ

Εκδοτικός οίκος:

Αλφειός

Μετάφραση:

Κουριά Β.

Τόπος έκδοσης:

Αθήνα

Έτος έκδοσης:

1984

Σελίδες:

ISBN:

Κατάσταση:

Διαθέσιμο

Κωδικός: AB-00003240. Κατηγορίες: , , .
   

προσέγγιση του προβλήματος από μια μαρξιστική πολιτική οπτική.

 

ΠΕΡIΕΧΟΜΕΝΑ: Εισαγωγή στην ελληνική έκδοση Πρόλογος

I. Προσέγγιση του προβλήματος και μέθοδος μελέτης

II. Αντικείμενο και επιστήμες του περιβάλλοντος

III. Η πολιτική του περιβάλλοντος στη Γαλλία

IV. Μερικές ιδεολογικές πλευρές

V. Να προσανατολίσουμε σωστά τον αγώνα Σημειώσεις

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ Το έργο αυτό του Γκύ Μπιολά «Μαρξισμός και περιβάλλον», μ’ όλο που πέρασαν αρκετά χρόνια από την πρώτη έκδοσή του στη χώρα μας, διατηρεί σήμερα όλη την επικαιρότητα του. Ένας απ’ τους βασικούς λόγους είναι ότι το πρόβλημα της ρύπανσης του περιβάλλοντος, με τα συναφή προβλήματα που δημιουργεί, όχι μόνο δε λύθηκε στην Ελλάδα, αλλά τα τελευταία χρόνια έγινε ακόμα πιο οξύτερο και πήρε, θα μπορούσαμε να πούμε χωρίς να υπερβάλλουμε, στα μεγάλα τουλάχιστον αστικά κέντρα, δραματικές διαστάσεις. Ταυτόχρονα ο χρόνος που πέρασε επιβεβαίωσε τη βασική διαπίστωση αυτού του βιβλίου, ότι το πρόβλημα της ρύπανσης του περιβάλλοντος είναι πρώτα απ’ όλα κοινωνικό πρόβλημα και μόνο μ’ αυτή την προοπτική μπορούν να επιτευχθούν αποτελεσματικές λύσεις. Στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσής μας αναφερόμαστε σ’ όλους εκείνους τους παράγοντες, που συνετέλεσαν με την επενέργειά τους στην όξυνση του προβλήματος. Οκτώ χρόνια μετά τις επισημάνσεις εκείνες, το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι το κακό έφτασε στο απροχώρητο σημείο. Όλες οι συνιστώσες που προσδιορίζουν την έκταση και την οξύτητα του προβλήματος έχουν υποστεί μια αλλοίωση όχι απλώς προς το χειρότερο, αλλά προς το πολύ χειρότερο. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Πρωτεύουσα, όπου κάτω από την απειλή του νέφους υποχρεώνεται η Πολιτεία να παίρνει έκτακτα μέτρα, να σταματά την παραγωγική διαδικασία και να ακινητοποιεί τη ζωή της Πρωτεύουσας. Στο σημείωμά μας αυτό δεν θα επαναλάβουμε όσα έχουμε πει στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης σαν διαπιστώσεις, που διατηρούν όλες και σήμερα την αξία τους. θα υπενθυμίσουμε μόνον μια πολύ γενική διαπίστωση που κάναμε εκεί. Στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος που ζούμε σήμερα, όπου κυριαρχούν τα μονοπωλιακά μεγαθήρια και ο σχεδιασμός της παραγωγικής δραστηριότητας είναι εξαιρετικά δύσκολος, τα μέτρα της αντιρρύπανσης σκοντάφτουν στην ανεξέλεγκτη δύναμη των μονοπωλίων. Έτσι εξηγείται γιατί φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και γιατί τόσα χρόνια τώρα, μετά τη διαπίστωση του κινδύνου που διατρέχουμε από τη ρύπανση, ουσιαστικά καρκινοβατούμε ακόμα, όπως θα έχουμε την ευκαιρία να πούμε παρακάτω. Στο σύντομο αυτό προλογικό σημείωμά μας θα επισημάνουμε επιγραμματικά τις αλλαγές που συντελέστηκαν στα 8 χρόνια περίπου που μας χωρίζουν από την πρώτη έκδοση. Στα χρόνια αυτά που πέρασαν, είχαμε μια ακόμα μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού στα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην Πρωτεύουσα, όπου έχει συγκεντρωθεί το 1/3 περίπου του πληθυσμού της χώρας. Συνεχίστηκε η οικοδομική αναρχία και αυξήθηκε το συγκοινωνιακό χάος. Αντί της βιομηχανικής αποσυμφόρησης, είχαμε μια καινούργια υπερσυγκέντρωση βιομηχανική. Υπολογίζεται ότι στην Αθήνα κινούνται 700.000 αυτοκίνητα κάθε είδους και λειτουργούν 240.000 καυστήρες καλοριφέρ. Εξάλλου λειτουργούν ακόμα 3.500 μικρές βιομηχανικές μονάδες, 107 μεγάλες και 12 πολύ μεγάλες. Υπολογίζεται ακόμα ότι 52% από τις εθνικές δραστηριότητες (οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές κλπ.) διεκπεραιώνονται στο χώρο της πρωτεύουσας. Όλα τα παραπάνω, με κύριο παράγοντα την ασυδοσία του μεγάλου κεφαλαίου και την ανεξέλεγκτη βιομηχανική και παραγωγική ανάπτυξη, οδήγησαν στη ρύπανση της ατμόσφαιρας, το νέφος, την αλόγιστη καταστροφή του περιβάλλοντος, στον περιορισμό του πράσινου, στο συγκοινωνιακό χάος που ταλαιπωρεί αφάνταστα τα λαϊκά στρώματα, στη μετατροπή της Πρωτεύουσας σε μια άχρωμη και άχαρη τσιμεντούπολη, με αποτέλεσμα η ζωή σ’ αυτή για το πολύ μεγάλο τουλάχιστο μέρος του πληθυσμού της που δε διαθέτει τις γνωστές ανέσεις (εξοχικό κλπ.) να έχει γίνει ένα ανυπόφορο άγχος. Μ’ όλα αυτά δε θέλουμε να πούμε ότι δεν έγινε τίποτε στο τελευταίο διάστημα. Τα τελευταία ιδιαίτερα χρόνια έγιναν μερικά θετικά βήματα, όπως η ίδρυση του υπουργείου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (ΥΧΟΠ), η οποία αυτή καθ’ εαυτή δείχνει ότι η Πολιτεία κατανόησε τουλάχιστο τη σημασία του προβλήματος, γι’ αυτό και δημιούργησε ένα ειδικό υπουργείο που θα έχει την πολιτική ευθύνη για την αντιμετώπιση των τεράστιων προβλημάτων που έχουν σχέση με την προστασία του περιβάλλοντος. Μετά την ίδρυση του ΥΧΟΠ σημειώνονται και ορισμένα βήματα ακόμα, όπως η μελέτη του νέφους, ο προσδιορισμός των πηγών που συντελούν στη ρύπανση, η οργάνωση των σταθμών ελέγχου της ρύπανσης του περιβάλλοντος στην πρωτεύουσα και η εξαγγελλόμενη επέκτασή τους και σε άλλα βασικά αστικά κέντρα, τα έκτακτα μέτρα που παίρνονται με την εμφάνιση του νέφους ή και τα μονιμότερα για την αποτροπή του (δακτύλιος, μονά-ζυγά, αναστολή ή μείωση της παραγωγικής διαδικασίας σε ορισμένες ρυπογόνες βιομηχανίες, κ.λ.π). Ωστόσο όλα τα παραπάνω μέτρα είναι, βασικά, μέτρα για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων και δεν στερούνται από αδυναμίες και αντιφάσεις κατά την εφαρμογή τους. Ο έλεγχος π.χ. και οι περιορισμοί στρέφονται κυρίως εναντίον των Ι.Χ. και λιγότερο προς τις βιομηχανίες. Τα κλιμάκια ελέγχου μόνον σε έκτακτες περιστάσεις μπορούν να ελέγχουν τις βιομηχανίες. Με το νόμο 1360/82, αρμόδιο για την εγκατάσταση νέων βιομηχανιών στην πρωτεύουσα είναι το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ενώ στο ΥΧΟΠ έχει ανατεθεί μόνον γνωμοδοτικός ρόλος. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να δίνονται νέες άδειες για εγκατάσταση καινούργιων βιομηχανιών ή επέκταση των παλιών. Το ρυθμιστικό σχέδιο, που έχει συντάξει το ΥΧΟΠ, εξακολουθεί ακόμα – ως αυτή την ώρα τουλάχιστο που γράφονται αυτές οι γραμμές – να παραμένει στα χαρτιά, το ίδιο και το σχέδιο νόμου για την προστασία του περιβάλλοντος και τη δημιουργία ενιαίου φορέα. Ουσιαστικά δηλαδή το πρόβλημα της ρύπανσης του περιβάλλοντος παραμένει ακόμα σ’ όλη την οξύτητά του και σ’ όλη την έκτασή του (πρωτεύουσα, μεγάλα αστικά κέντρα, ατμόσφαιρα, θάλασσες, ποτάμια κ.λ.π.). Όλα τα παραπάνω υπαγορεύουν την ανάγκη λήψης γενναίων και τολμηρών μέτρων. Αλλά για να μπουν σε εφαρμογή αυτά τα μέτρα χρειάζεται η αναγκαία πολιτική θέληση για τη χάραξη μιας αντιμονοπωλιακής κυρίως πολιτικής, που θα κεντρίσει το ενδιαφέρον και θα θέσει σε κίνηση το λαϊκό παράγοντα και τον κύριο εκφραστή του τη λαϊκή αυτοδιοίκηση και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων. Ο συνδυασμός μιας τολμηρής πολιτικής με την αξιοποίηση του λαϊκού παράγοντα θα μπορεί να σπάσει την αντίσταση των μονοπωλιακών μεγαθηρίων, που είναι σίγουρο, με τη μέχρι τώρα τουλάχιστο εμπειρία, ότι δε θα δεχθούν με τη θέλησή τους να προβούν στις αναγκαίες προσαρμογές. Απ’ την Κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα, τους εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης, τις οργανώσεις κ.λ.π. έχουν προταθεί διάφορα μέτρα. Δεν πρόκειται ν’ ασχοληθούμε λεπτομερειακά μ’ αυτά. Δεν είναι άλλωστε ο σκοπός αυτού του προλογικού σημειώματος. Θα κάνουμε μόνον μερικές γενικές παρατηρήσεις για να υπογραμμίσουμε μερικές βασικές πλευρές του προβλήματος. Είναι φανερό ότι η εφαρμογή ενός τόσου μεγαλεπήβολου προγράμματος, προϋποθέτει την εξασφάλιση τεράστιων πόρων, που η άντληση τους πρέπει να επιβαρύνει κυρίως εκείνους που έχουν και τη μεγαλύτερη ευθύνη για την μόλυνση του περιβάλλοντος. Ταυτόχρονα στο επενδυτικό πρόγραμμα της Πολιτείας οι δαπάνες για την προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να καταλάβουν μια απ’ τις πρώτες θέσεις. Είναι ανάγκη επίσης να ψηφιστεί μια αποτελεσματική νομοθεσία για το περιβάλλον που θα περιλαμβάνει συγκεκριμένες προδιαγραφές για τη λειτουργία των βιομηχανιών, την ποιότητα των αποβλήτων, του αέρα, του εδάφους και των νερών (θάλασσες, ποταμοί, λίμνες) και να θεσμοθετηθούν λαϊκά όργανα ελέγχου. Στα πλαίσια αυτής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας πρέπει να δημιουργηθεί ενιαίος φορέας περιβάλλοντος, ο οποίος θα συγκεντρώσει όλες τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες για την αποτελεσματική προστασία του. Από την άποψη τώρα της αξιολόγησης των προβλημάτων που υπάρχουν και της στάθμισης της σημασίας και της προτεραιότητας του καθενός απ’ αυτά, πρέπει πρώτα να κάνει κανείς μια διάκριση ανάμεσα στους κύριους παράγοντες που προκαλούν τη ρύπανση και τους δευτερεύοντες. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι μια από τις κύριες πηγές της ρύπανσης – παρ’ όλα όσα έχουν γραφεί για να μειώσουν τη σημασία τους – είναι οι ρυπογόνες βιομηχανίες που είναι εγκατεστημένες στην πρωτεύουσα και γενικότερα στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Με βάση τα στοιχεία που έχουν αναγραφεί κατά καιρούς στον τύπο, η βιομηχανία συμβάλλει στη δημιουργία της σκόνης κατά 95%, του καπνού κατά 30%, του διοξειδίου του θείου κατά 40%, των υδρογονανθράκων κατά 50%. Εξάλλου 60% περίπου της βιομηχανικής δραστηριότητας έχει συγκεντρωθεί στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας. Οι ρυπογόνες βιομηχανίες υπολογίζονται σε 450. Η μετεγκατάσταση αυτών των βιομηχανιών και η εξουδετέρωση τους σαν πηγών ρύπανσης (φίλτρα κ.λ.π.) είναι από τα πρώτα βασικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν, παρ’ όλες τις δυσκολίες που παρουσιάζει η διαδικασία αυτή. Σε δεύτερη μοίρα ή παράλληλα με τις βιομηχανίες, είναι το πρόβλημα της προστασίας από τα Ε.Ι.Χ., δημόσιας χρήσης, πρόβλημα της προστασίας από τα μεταφορικά μέσα (Ι.Χ., δημόσιας χρήσης, πούλμαν, φορτηγά κλπ.). Εδώ μαζί με τη λήψη άμεσων και βραχυπρόθεσμων μέτρων, όπως ο έλεγχος των αυτοκινήτων, που έχει αρχίσει ήδη, η καλή συντήρηση τους, η αλλαγή των καυσίμων και η χρήση του υγραερίου κλπ., πρέπει να ληφθούν γενικότερα μέτρα για την αντιμετώπιση του συγκοινωνιακού προβλήματος (μετρό, αύξηση των ηλεκτροκίνητων μέσων, αποσυμφόρηση του κέντρου από τη μεγάλη κίνηση, αποκέντρωση των δημόσιων υπηρεσιών κλπ., κλπ.). Προς την κατεύθυνση αυτή πρέπει να προσανατολιστούν και τα μέτρα για τη μείωση της ρύπανσης απ’ τις κεντρικές θερμάνσεις των πολυκατοικιών (αλλαγή καυσίμων, καλή συντήρηση, χρησιμοποίηση αερίου, κ.λ.π.). Μεγάλη σημασία έχει επίσης η επέκταση του πράσινου στην Αθήνα, που θεωρείται ότι είναι σπουδαίος αντιρρυπογόνος παράγοντας. Στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης αναφέρεται ότι τα δάση, από 50% της επιφάνειας της χώρας που κάλυπταν πριν 150 χρόνια, τα τελευταία χρόνια καλύπτουν μόνον 18% αυτής της επιφάνειας και το ποσοστό αυτό μικραίνει συνεχώς μετά τις απανωτές μεγάλες πυρκαγιές των τελευταίων χρόνων που σημειώνονται κυρίως στο χώρο της Αττικής. Εδώ, λοιπόν, χρειάζεται μια τεράστια προσπάθεια αναδάσωσης των περιοχών που απογυμνώθηκαν από τις πυρκαγιές, και για την πρωτεύουσα ειδικά η δημιουργία μεγάλων συνεχόμενων ζωνών πράσινου και η αναδάσωση των γύρω λόφων. Στα πλαίσια της πολεοδομίας, τέλος, χρειάζεται κυρίως για την πρωτεύουσα, πρώτα απ’ όλα η επέκταση των ελεύθερων χώρων, κυρίως στο κέντρο, η αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος με την ένταξη των αυθαίρετων στο σχέδιο και η κατάρτιση προγράμματος λαϊκών κατοικιών, σε συνδυασμό με την αποκέντρωση και τον τόπο δουλειάς των εργαζόμενων για την αποφυγή της πολύωρης συγκοινωνιακής ταλαιπωρίας. Μιλήσαμε κυρίως για την πρωτεύουσα, λόγω της οξύτητας που παρουσιάζει εδώ το πρόβλημα, χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε τη σημασία των άλλων χώρων (Θριάσειο πεδίο, Σαρωνικός, Θερμαϊκός, Παγασητικός κ.λ.π.), για τους οποίους ισχύουν όσα έχουμε γράψει στην εισαγωγή. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ «Η φύση είναι το ανόργανο σώμα του άνθρωπου» Κάρλ Μαρξ Το ειδικό ενδιαφέρον του βιβλίου του Γκύ Μπιολά, που μεταφράσαμε από τα γαλλικά, βρίσκεται στο γεγονός ότι εξετάζει το θέμα του περιβάλλοντος από μια ιδιαίτερη σκοπιά, από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού. Μ’ αύτη τη θεώρηση το περιβάλλον δεν είναι ξεκομμένο από τον άνθρωπο, την πραχτική του δραστηριότητα, τις κοινωνικές του σχέσεις, το κοινωνικοπολιτικό καθεστώς μέσα στο οποίο ζει. Υπάρχει μια αδιάρρηκτη ενότητα μεταξύ τους, καθώς και μια αμοιβαία επίδραση. Μια τέτοια αντιμετώπιση του προβλήματος αποκαλύπτει τους οργανικούς δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα στον άνθρωπο ή την ανθρώπινη κοινωνία και το φυσικό περιβάλλον. Ο άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει έξω από αυτό το περιβάλλον, που αποτελεί, όπως πολύ εύστοχα έγραψε ο Μαρξ, τη φυσική προέκταση του. Ταυτόχρονα ο άνθρωπος δε μπορεί να μεταχειρίζεται τη φύση μ’ οποιοδήποτε τρόπο και προπαντός δε μπορεί να τη βλέπει εχθρικά, σαν ένα μέσο που πρέπει να καταχτήσει, να υποτάξει, να κυριαρχήσει πάνω του. Μια τέτοια στάση, που είναι χαρακτηριστική των ανταγωνιστικών κοινωνιών, θα είχε ολέθριες συνέπειες και για τους δυο. «Τα γεγονότα, γράφει ο Φρ. “Ενγκελς στη «Διαλεκτική της φύσης», μας θυμίζουν σε κάθε βήμα, ότι δεν κυριαρχούμε πάνω στη φύση, όπως κάποιος που θα βρισκόταν έξω από αυτή, σαν κατακτητής που εξουσιάζει ένα ξένο λαό, αλλά ότι της ανήκουμε με τη σάρκα μας, το αίμα μας και το μυαλό μας…». Μ’ όλο που ο άνθρωπος ξεχώρισε από τον υπόλοιπο ζωικό κόσμο, ανάπτυξε κοινωνικές σχέσεις και συνδέεται με τη φύση διαμέσου της υλικής παραγωγής, ωστόσο διατηρεί οργανικούς δεσμούς μαζί της και απαιτεί για να ζήσει και να αναπτυχθεί ορισμένους ειδικούς όρους, οι οποίοι, δυστυχώς, στα πλαίσια του ανταγωνιστικού συστήματος που ζούμε, όπου η επιδίωξη του ανώτατου κέρδους αποτελεί βασικό κοινωνικό νόμο, παραβιάζονται συστηματικά και με τον πιο σκληρό τρόπο, φθείροντας το πιο πολύτιμο φυσικό κεφάλαιο. Έτσι η έννοια του περιβάλλοντος επεκτείνεται πέρα από αυτό που ονομάζουμε συνήθως φύση (το έδαφος, ο αέρας, το νερό, η βλάστηση κ.λ.π.). Περιλαμβάνει και τον κοινωνικό χώρο μέσα στον οποίο ζει ο άνθρωπος, τον τρόπο διαμονής του, τις συνθήκες εργασίας, και γενικά όλους εκείνους τους παράγοντες που συνθέτουν αυτό που συνήθως ονομάζουμε πλαίσιο ζωής και τους όποιους πολλοί συγγραφείς, για ευνόητους λόγους, συνήθως αποσιωπούν. Η διαλεκτική εξέταση του προβλήματος του περιβάλλοντος υπογραμμίζει το ρόλο του κοινωνικού παράγοντα στην αντιμετώπιση των ζητημάτων που έχουν σχέση μ’ αυτό, διαγράφοντας έτσι μια ευοίωνη προοπτική για το μέλλον της ανθρωπότητας, γιατί χωρίς να υποτιμάει τη σημασία και τις δυνατότητες της επιστήμης και της τεχνολογίας για την προστασία του περιβάλλοντος, Θεωρεί ότι ο βασικός παράγοντας για να αποκτήσουν αυτές αποτελεσματικότητα, είναι η αλλαγή των κοινωνικοπολιτικών όρων. Μόνο έτσι θα ξεπεραστούν τα εμπόδια, οι αντιφάσεις και οι αρνητικές εκδηλώσεις που είναι συνυφασμένες με το καπιταλιστικό σύστημα. Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, η κατάργηση των λογής-λογής αντιφάσεων και της αναρχίας στην παραγωγική διαδικασία, η δυνατότητα να σχεδιάζεται η παραγωγή σε εθνική και υπερεθνική κλίμακα, θα δημιουργήσουν όλες εκείνες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για μια ανεμπόδιστη ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής, χάρη στην οποία θα είναι δυνατό να λυθούν όλα τα μεγάλα και πολυσύνθετα προβλήματα της προστασίας του περιβάλλοντος και της ζωής του ανθρώπου. Την ευρύτητα αυτού του τρόπου θεώρησης και τη σημασία του για το μέλλον της ανθρωπότητας θα την εκτιμήσουμε αν τον συγκρίνουμε με τις απόψεις εκείνες που περιορίζουν το πρόβλημα του περιβάλλοντος στα πλαίσια μόνο της τεχνικής ανάπτυξης και θεωρούν όλα τα συναφή προβλήματα που προκύπτουν σαν αποτέλεσμά της, ανεξάρτητα από τις υπάρχουσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Έτσι σύμφωνα μ’ αυτές τις απόψεις η καταστροφή του περιβάλλοντος αποτελεί το αναγκαίο τίμημα της τεχνικής προόδου. Φτιάχνουμε τη ζωή μας όλο και πιο άνετη σε βάρος της φύσης που αναπόφευκτα θα εκφυλισθεί. Έτσι η τεχνολογία και βιομηχανία ανακηρύσσονται οι μόνοι ένοχοι και παραγνωρίζονται οι αδυναμίες και η ανικανότητα ενός συγκεκριμένου κοινωνικού συστήματος να οργανώσει την παραγωγή μ’ ένα προγραμματισμένο τρόπο, που να προστατεύει τη φύση. Επεκτείνοντας την απαισιόδοξη αυτή άποψη, προτείνουν ορισμένοι να επιστρέψουμε πίσω στη φύση, στη φυσική ζωή του πρωτόγονου άνθρωπου, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι στον αιώνα των πυραύλων και των διαπλανητικών ταξιδιών είναι αδύνατο να γυρίσει κανένας προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα καλλιεργείται και αναπτύσσεται και ο νεομαλθουσιανισμός, ο οποίος επικαλούμενος τους δημογραφικούς παράγοντες προβλέπει την εξάντληση των φυσικών πόρων, πράγμα που θα έχει σαν αποτέλεσμα μια καταστροφική κρίση του ανθρώπινου γένους. Οι άνθρωποι που -υποστηρίζουν τις απόψεις αυτές παραγνωρίζουν τις τεράστιες προόδους που σημείωσε η επιστήμη και η τεχνική, καθώς και τις τεράστιες δυνατότητες που περικλείουν για την αξιοποίηση όλων των πλουτοπαραγωγικών πηγών του πλανήτη, υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι θα αφεθούν ανεμπόδιστες να αναπτυχθούν για το καλό όλων των ανθρώπων και όλων των λαών της γης. Η ΝΕΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Το πρόβλημα της καταστροφής του περιβάλλοντος δεν είναι τωρινό. Από την πρωτόγονη εποχή ως τα τελευταία χρόνια ο άνθρωπος έχει επιφέρει μικρές ή μεγάλες αλλοιώσεις και καταστροφές στο φυσικό χώρο που τον περιβάλλει (περιορισμός του πρασίνου και των δασικών εκτάσεων από τις εκχερσώσεις, τις πυρκαγιές, εξάντληση του εδάφους από τη μονοκαλλιέργεια ή την υπερβόσκηση κ.λ.π.). Σήμερα το πρόβλημα της προστασίας του περιβάλλοντος αποκτά μια νέα ποιότητα εξαιτίας της τεράστιας ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και μιας σειράς άλλων παραγόντων που επηρεάζουν τη ζωή του άνθρωπου και αντίστοιχα τις σχέσεις του με τη φύση. Σήμερα η εκβιομηχάνιση έχει επεκταθεί σημαντικά και έχει γίνει πια παγκόσμιο φαινόμενο, πράγμα που έχει τις ανάλογες επιδράσεις στο φυσικό περιβάλλον. Πριν από 50 χρόνια μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες και μερικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης είχαν αναπτυγμένη βιομηχανία. Σήμερα η πλειοψηφία των χωρών έχει μπει στο στάδιο της εκβιομηχάνισης. Η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής γίνεται με ταχύτατους ρυθμούς, έτσι που μέσα σε 10 ως 20 χρόνια να πραγματοποιούνται βαθύτατες αλλαγές στις συνθήκες ζωής των ανθρώπων. Πριν από πολλά χρόνια η επιστήμη και η τεχνική αναπτύσσονταν τόσο αργά ώστε ολόκληρες γενιές ανθρώπων γεννιούνταν και πέθαιναν κάτω από αναλλοίωτες σχεδόν συνθήκες ζωής. Σήμερα οι άνθρωποι που γεννήθηκαν κάτω από το φως μιας λάμπας πετρελαίου μπόρεσαν να δουν το εκτυφλωτικό φως της ατομικής έκρηξης ή τον άνθρωπο να περπατάει πάνω στο φεγγάρι. Η ραγδαία επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία καινούργιων προϊόντων, άγνωστων ως τώρα στη φύση, που κατασκευάστηκαν στα εργαστήρια και που η χρησιμοποίησή τους σπάζει τη βιολογική ισορροπία της φύσης, με πολύ επιζήμιες συνέπειες για το ζωικό και φυτικό κόσμο. Για να μπορέσει να αντιμετωπίσει η ζωή τις άγνωστες αυτές χημικές ενώσεις (καινούργια εντομοκτόνα, απορρυπαντικά κ.λ.π.) και να προσαρμοστεί ανάλογα με τις επιδράσεις τους, έχει ανάγκη από μεγάλο χρονικό διάστημα, μετρούμενο με την κλίμακα της φύσης. Αλλά και αν η προσαρμογή αποδεικνυόταν δυνατή, οι καινούργιες χημικές ενώσεις που βγαίνουν συχνά από τα εργαστήρια, θα την εξουδετέρωναν. Από τα απορρυπαντικά, π.χ., που καταλήγουν στις λίμνες και τις θάλασσες και είναι συνήθως φωσφορούχα, τρέφονται διάφορα μικροσκοπικά φύκια που πολλαπλασιάζονται με ραγδαίους ρυθμούς και καταστρέφουν τ’ άλλα φυτικά και ζωικά είδη. Τα καινούργια απορρυπαντικά που χρησιμοποιήθηκαν, που έχουν λιγότερο φώσφορο, διαταράσσουν το βιολογικό κύκλο σε μεταγενέστερα στάδια. Σαν ιδιαίτερα επιβαρυντικός παράγοντας πρέπει να αναφερθεί επίσης το γεγονός ότι εξακολουθεί ακόμη και σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου να υπάρχει η κυριαρχία του κεφαλαίου που με την απληστία του εξαντλεί και καταστρέφει τους φυσικούς πόρους της γης. Το καπιταλιστικό σύστημα κυριαρχούσε στον πλανήτη μας επί δυο ή τρεις αιώνες και εξακολουθεί και σήμερα να ελέγχει ένα μεγάλο τμήμα της γης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η πιο μεγάλη καπιταλιστική δύναμη στον κόσμο, μολύνουν τον πλανήτη κατά 30% περίπου, μ’ όλο που γεωγραφικά και πληθυσμιακά αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρότερο ποσοστό. Οι πιο βιομηχανοποιημένες χώρες του καπιταλιστικού κόσμου καταναλώνουν περισσότερο οξυγόνο από την ατμόσφαιρα από όσο η βλάστηση των περιοχών τους μπορεί να αναπαραγάγει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν καταστρέψει με το χημικό πόλεμο που διεξήγαγαν στο Βιετνάμ 12% περίπου του εδάφους του Νοτίου Βιετνάμ, που ισοδυναμεί στην κλίμακα του εδάφους των ΗΠΑ με πλήρη χημική καταστροφή εννιά πολιτειών της. Οι αμερικανοί ειδικοί διαπιστώνουν ότι στα τελευταία 25 μεταπολεμικά χρόνια η μόλυνση του περιβάλλοντος στις ΗΠΑ δεκαπλασιάσθηκε, ενώ η αύξηση του πληθυσμού και της παραγωγής —40% περίπου— ήταν πολύ μικρότερη. Σ’ όλα αυτά πρέπει να προστεθεί η λεηλασία των αποικιών και των εξαρτημένων χωρών και η κατασπατάληση των πλουτοπαραγωγικών πηγών στις ίδιες τις καπιταλιστικές χώρες. Η αποστράγγιση των πηγών έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να τίθεται πρόβλημα για την επάρκεια ορισμένων βασικών προϊόντων, όπως είναι το πετρέλαιο, ο σίδηρος, το κάρβουνο κ.λ.π., ενώ ήδη για το πόσιμο και βιομηχανικό νερό άρχισε να εμφανίζεται έλλειψη σε πολλές περιοχές του κόσμου. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις το πρόβλημα της προστασίας του περιβάλλοντος και της ζωής του ανθρώπου γίνεται ένα πρόβλημα όχι απλώς οξύ αλλά κρίσιμο για το μέλλον της ανθρωπότητας. Στα τελευταία χρόνια η επιστήμη, η τεχνολογία αναπτύσσονται με ταχύτατους ρυθμούς. Κατά τη διάρκεια των 100 τελευταίων ετών η ταχύτητα επικοινωνίας αυξήθηκε κατά 10.000.000 φορές, οι ενεργειακές πηγές κοντά 1.000 φορές, η ισχύς των όπλων 1.000.000 φορές κ.λ.π. Το Στρόντιουμ -90 και το Καύσιο -137 που παράγονται από τις ατομικές εκρήξεις στον αέρα ξαναπέφτουν με τη βροχή και σκορπίζονται στο έδαφος, τα ποτάμια και τις θάλασσες. Το D.D.T. μπορεί να παραμείνει στην ατμόσφαιρα επί 3,5 χρόνια πριν κατακρημνισθεί από τη βροχή και 5 χρόνια στο έδαφος προτού αλλοιωθεί. Δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες τόνοι πετροχημικών, μαύρου πετρελαίου και πίσσας μεταφέρονται κάθε μέρα στα ποτάμια, τις θάλασσες και τους ωκεανούς. Πυκνοί καπνοί τυλίγουν τις βιομηχανικές και κατοικημένες περιοχές. Η ελάττωση των δασικών όγκων και η διάβρωση συντείνουν στην εξαφάνιση σημαντικών εκτάσεων γόνιμης γης. Πολλά ζωικά είδη τείνουν να εξαφανιστούν. Τα αποθέματα σε ψάρια των ωκεανών που φαίνονταν ανεξάντλητα, με την ανάπτυξη του αλιευτικού στόλου αρχίζουν να περιορίζονται. Θα μπορούσε κανένας να αναφέρει κι’ άλλα παρόμοια ζοφερά προγνωστικά για το μέλλον της ανθρωπότητας και υπάρχουν πολλά που αναφέρονται σε άλλες πλευρές του περιβάλλοντος, αλλά το πρόβλημα είναι να δούμε αν υπάρχει θεραπεία του κακού. Κι’ όταν λέμε θεραπεία δεν εννοούμε ότι για να προστατεύσουμε το περιβάλλον θα πρέπει να σταματήσουμε ή να περιορίσουμε την επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη, γιατί η επιστροφή προς τα πίσω, όπως είπαμε, είναι αδύνατη. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι θετική και η επιστήμη και η τεχνική μας δίνει τα μέσα να λύσουμε το πρόβλημα, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχουν οι ανάλογοι κοινωνικοί και οικονομικοί όροι που θα επιτρέψουν την ολοκληρωτική χρησιμοποίηση των νέων επιστημονικών δεδομένων. Και το λέμε αυτό γιατί τα μεγάλα μονοπωλιακά συγκροτήματα δεν είναι διατεθειμένα να πληρώσουν τα έξοδα που απαιτεί η νέα τεχνολογία της αντιμόλυνσης. Τα συγκροτήματα αυτά βάζουν τους εργαζόμενους μπροστά στο δίλημμα: ή την ανεργία με καθαρή ατμόσφαιρα και καθαρό νερό ή τη δουλειά αλλά με μολυσμένη ατμόσφαιρα. Μια από τις βασικές μεθόδους της νέας αυτής τεχνολογίας της αντιμόλυνσης είναι η ανακύκλωση με την οποία τα βιομηχανικά κατάλοιπα ξαναχρησιμοποιούνται. Η ανακύκλωση ταυτόχρονα κατορθώνει να ελαττώνει τη ζήτηση των πρώτων υλών, αλλά και την κατανάλωση ενεργείας. Έτσι, για την κατασκευή π.χ. χαρτιού από παλιό χαρτί ή ξύλο, χρειάζεται 60% λιγότερη ενέργεια και μολύνει την ατμόσφαιρα κατά 60% λιγότερο. Η κατασκευή χάλυβα από παλιοσιδερικά εξοικονομεί 74% ενέργειας και μειώνει τη μόλυνση της ατμόσφαιρας κατά 86% λιγότερο. Αλλά η ανακύκλωση συναντάει σοβαρές δυσκολίες στις ΗΠΑ, εξαιτίας των λόγων που αναφέραμε παραπάνω, και μόνο 20% της βιομηχανικής παραγωγής της στηρίζεται στα ανακυκλούμενα υλικά. Με τον ίδιο τρόπο και με την εφαρμογή της νέας τεχνολογίας λύνονται ή βρίσκονται στο στάδιο της αντιμετώπισης τους και άλλα προβλήματα της μόλυνσης του περιβάλλοντος. Πολλά βιομηχανικά συγκροτήματα που παράγουν ομιχλώδεις ουσίες δημιουργούν ημίκλειστα ή τελείως κλειστά τεχνολογικά συστήματα. Ο τρομερός θόρυβος που ακούγεται από ορισμένα βιομηχανικά συγκροτήματα θα μπορούσε να εκμηδενισθεί με την εφαρμογή της νέας τεχνολογίας. Οι σχεδιαστές εργάζονται να αντικαταστήσουν τα αυτοκίνητα με μηχανές εσωτερικής καύσεως, με την παραγωγή αυτοκινήτων που κινούνται με ηλεκτρισμό, εκτός από τα χημικά εντομοκτόνα, αρχίζουν να χρησιμοποιούνται βιολογικές και άλλες μέθοδες καταπολέμησης των εντόμων. Όλες όμως αυτές οι καταχτήσεις της επιστήμης προϋποθέτουν και το ανάλογο κοινωνικό σύστημα για να τις εφαρμόσει. Μόνο στα πλαίσια του σοσιαλιστικού συστήματος, όπου η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, οι ανταγωνισμοί και η απληστία του μονοπωλιακού κεφαλαίου έχουν καταργηθεί, μπορεί να γίνει άνετα, χωρίς εμπόδια και περισπασμούς, ένας ευρύτατος σχεδιασμός των παραγωγικών δυνάμεων, που θα επιτρέψει την ορθολογική αξιοποίηση των παραγωγικών πηγών, τη σωστή χωροταξική διαρρύθμιση, την ανεμπόδιστη εκμετάλλευση των νέων επιστημονικών καταχτήσεων. Χωρίς να ισχυρισθεί κανένας ότι όλα τα προβλήματα του περιβάλλοντος έχουν λυθεί στις σοσιαλιστικές χώρες και ότι δεν έγινε και κει, ορισμένες φορές, κακή μεταχείριση του περιβάλλοντος, μπορεί να αναφερθεί σε μερικά παραδείγματα, κυρίως από τη Σοβιετική Ένωση, για να δείξει τις γιγαντιαίες προσπάθειες που καταβάλλονται εκεί και ταυτόχρονα τις τεράστιες δυνατότητες που υπάρχουν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του περιβάλλοντος. Η Μόσχα είναι σήμερα η πιο πράσινη πόλη του κόσμου. Η προστατευτική δασική έκταση της Μόσχας καλύπτει 275.000 εκτάρια πρασίνου. Σήμερα για κάθε κάτοικο της πόλης αντιστοιχούν 18 τ.μ. πρασίνου, ενώ μέχρι το 1990 θα αντιστοιχούν 86 τ.μ. πρασίνου. Το ίδιο και η ατμόσφαιρά της είναι η πιο καθαρή από όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις. Μέσα στην τελευταία δεκαετία περίπου 300 βιομηχανίες που μόλυναν την ατμόσφαιρα μετακινήθηκαν στην επαρχία ή ανακατασκευάστηκαν. Η Σοβιετική Ένωση ήταν η πρώτη χώρα στον κόσμο, που καθόρισε το μάξιμουμ επιτρεπτό ποσοστό συγκέντρωσης καυσαερίων στην ατμόσφαιρα. Η ανάπτυξη των υπηρεσιών κεντρικής θέρμανσης προς χάρη του πληθυσμού της Σοβ. Ένωσης έχει προσλάβει τέτοια έκταση ώστε είναι αδύνατη η σύγκριση με οποιαδήποτε καπιταλιστική χώρα. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα να απαλλαγούν οι πόλεις από τις ατομικές εγκαταστάσεις θέρμανσης που μόλυναν την ατμόσφαιρα. Το Κράτος δαπανά εξάλλου τεράστια ποσά για να διατηρούνται καθαροί οι ποταμοί και οι λίμνες. Μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια κατασκευάσθηκαν στο Βόλγα και στον Ουράλ 670 συγκροτήματα καθαρισμού και διύλισης του νερού, με ημερήσια απόδοση 3 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων. Ως τα 1980 υπολογίζεται ότι θα έχει ολοκληρωθεί το σύστημα καθαρισμού των οικιακών και βιομηχανικών απορριμμάτων, σ’ όλες τις πόλεις που βρίσκονται στις κοιλάδες των ποταμών αυτών. Το σοβιετικό κράτος δαπανά τεράστια ποσά για την προστασία του περιβάλλοντος όχι μόνο γι’ αυτή τη γενιά, αλλά και γι’ αυτές που πρόκειται να ‘ρθουν. Ταυτόχρονα σ’ αυτή την προσπάθεια παίρνουν μέρος και ευρύτατες μάζες της σοβιετικής κοινωνίας. Στα 1969, στην ΕΣΣΔ, υπήρχαν 15 εκατομμύρια μέλη των εταιριών προστασίας της φύσης με τοπικά τμήματα ως τα εργοστάσια. Όλες αυτές οι ισχυρές ενώσεις, βοηθούν τις κυβερνητικές υπηρεσίες, επεξεργάζονται σχέδια νόμου και καταθέτουν προτάσεις για διατάγματα. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Στην Ελλάδα που, όπως είναι γνωστό, έχουν ακμάσει διαδοχικοί αρχαίοι πολιτισμοί, το πρόβλημα του περιβάλλοντος είναι πολύ παλιό. Από τη μακρινή αρχαιότητα ακόμη αρχίζει η αλλοίωση του με την πολύπλευρη δραστηριότητα του άνθρωπου. Μεγάλες καταστροφές έχει υποστεί ο δασικός πλούτος της χώρας. Πριν από 150 χρόνια τα δάση κάλυπταν το 50% της επιφανείας της, ενώ σήμερα καλύπτουν μόνο το 18%. Οι πυρκαγιές, οι εκχερσώσεις, η ανεξέλεγκτη βοσκή, οι κατολισθήσεις που ακολούθησαν και η διάβρωση των εδαφών ήταν οι βασικοί παράγοντες της αλλοίωσης. Η ελληνική χλωρίδα, που θεωρείται μια από τις πλουσιότερες στον κόσμο (περιλαμβάνει 5.000 περίπου είδη, από τα οποία 600 είναι ενδημικά) βρίσκεται σε κίνδυνο. Τα τελευταία χρόνια έχουν εξαφανιστεί τουλάχιστο 150 είδη. Κίνδυνο διατρέχει και η ελληνική πανίδα από το ανεξέλεγκτο κυνήγι, τα αποξηραντικά έργα και την αυξημένη κινητικότητα. Ωστόσο μ’ όλο που το πρόβλημα της προστασίας του περιβάλλοντος είναι τόσο παλιό στη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια έχει πάρει νέες διαστάσεις, έχει γίνει πολύ οξύτερο, για να μην πούμε κρίσιμο για το μέλλον της χώρας, και το κέντρο βάρους του έχει μετατοπισθεί στις κατοικημένες περιοχές της χώρας. Μια σειρά νέοι παράγοντες, όπως η εκβιομηχάνιση, ή συγκέντρωση της βιομηχανίας στα μεγάλα αστικά κέντρα, η μεγάλη πληθυσμιακή συσσώρευση στην πρωτεύουσα και τα άλλα βιομηχανικά κέντρα κ.λ.π., έχουν διαμορφώσει μια εντελώς νέα κατάσταση που εγκυμονεί κινδύνους για το μέλλον της χώρας και απαιτεί τη λήψη επειγόντων και ριζικών μέτρων. Αλλά ας δούμε αναλυτικότερα τους νέους αυτούς παράγοντες: Στα μεταπολεμικά χρόνια σημειώνονται αξιόλογες διαρθρωτικές αλλαγές στην ελληνική οικονομία με αποτέλεσμα να αλλάξει ο χαρακτήρας της. Από το 1968 και δω το προβάδισμα κατέκτησε ο βιομηχανικός τομέας, του οποίου το ειδικό βάρος αυξάνει συνεχώς. Ο όγκος της βιομηχανικής παραγωγής στα τελευταία 15 χρόνια αυξήθηκε περίπου 3 1/2 φορές. Ταυτόχρονα στον ίδιο τον βιομηχανικό τομέα σημειώθηκαν διαρθρωτικές αλλαγές με την εμφάνιση νέων κλάδων, όπως η μεταλλουργία, οι χημικές βιομηχανίες η βιομηχανία πετρελαίου (διϋλιστήρια) κ.λ.π., οι οποίοι είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικοί για το περιβάλλον. Τέλος πρέπει να σημειώσουμε σαν ιδιαίτερα επιβαρυντικό στοιχείο το γεγονός ότι η βιομηχανική ανάπτυξη έγινε τελείως ανισόμετρα και το μεγαλύτερο μέρος των βιομηχανικών εγκαταστάσεων έχει συγκεντρωθεί στην περιοχή της πρωτεύουσας και γύρω από τον αστικοβιομηχανικό άξονα Πατρών-Αθηνών- Θεσσαλονίκης-Καβάλας, που έχει συγκεντρωθεί το 90% του αστικού πληθυσμού, το 76% των απασχολουμένων στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα και οι 6 από τους 8 αστικοβιομηχανικοί πόλοι ενώ η υπόλοιπη χώρα είναι υποανάπτυκτη. Ταυτόχρονα με τη βιομηχανική αυτή συγκέντρωση παρατηρήθηκε μια ραγδαία πληθυσμιακή συσσώρευση στα μεγάλα αστικά κέντρα και κυρίως στο λεκανοπέδιο της Αττικής, όπου ο πληθυσμός έχει ξεπεράσει τα 3,5 εκατομμύρια και η αναλογία του πληθυσμού του σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού της χώρας είναι μια από τις μεγαλύτερες στον κόσμο, ενώ η πυκνότητά του κατά χιλ.2 είναι τριπλάσια και τετραπλάσια από την υπόλοιπη Ελλάδα. Σ’ αυτή την τεράστια πληθυσμιακή συσσώρευση στην πρωτεύουσα, πρέπει να προστεθεί η πολεοδομική συγκέντρωση και η πυκνότητα των συγκοινωνιών, για να συλλάβει κανένας σ’ όλες τις διαστάσεις του το πρόβλημα που δημιουργείται από την άποψη των όρων ζωής, της επάρκειας χώρου, της κατοικίας, της μετακίνησης του πληθυσμού, της καθαρότητας της ατμοσφαίρας, της ρύπανσης των θαλασσών από τις διοχετεύσεις των διαφόρων λυμάτων, αποβλήτων κ.λ.π. Για να εκτιμήσουμε τη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε και τη σημασία των παραγόντων που αναφέραμε (βιομηχανική ανάπτυξη, δημιουργία βαρείας βιομηχανίας, συγκέντρωση κ.λ.π.) αναφέρουμε ότι δυο μόνο βιομηχανίες της Ελευσίνας — τα διυλιστήρια Ασπροπύργου και η Πετρόλα χύνουν το 27% των αποβλήτων που δέχεται ο Σαρωνικός. Μέσα στο γενικό πλαίσιο της αλλοίωσης του περιβάλλοντος στην Ελλάδα πρωταρχική σημασία αποκτούν τα παρακάτω προβλήματα: Η ρύπανση της ατμόσφαιρας των αστικών κέντρων και ιδιαίτερα της πρωτεύουσας και συμπρωτεύουσας, οι βιομηχανικές περιοχές του Πειραιά και της Ελευσίνας, η κατάσταση του Σαρωνικού και Θερμαϊκού κόλπου. Η μόλυνση της Αθήνας, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ε.Ρ.Υ,Ε.Α. (Ελληνική Εταιρία Ερεύνης Ελέγχου Ρυπάνσεως Υδάτων, Εδάφους, Αέρος) έχει ξεπεράσει προπολλού τα ανεκτά όρια. Χαρακτηριστικό για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί είναι η δήλωση της Επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών ότι τα μνημεία της Ακρόπολης μέσα σε 15-20 χρόνια έχουν υποστεί από τη ρύπανση της ατμοσφαίρας περισσότερη φθορά, από ότι έχουν υποστεί από τότε που κατασκευάστηκαν. Η ρύπανση προέρχεται από τις βιομηχανίες, τους σταθμούς παραγωγής ενεργείας, τους καυστήρες της κεντρικής θέρμανσης. Ο Δρ. Γκιλάν, εκπρόσωπος της Παγκοσμίου Οργανώσεως Υγείας σε συνέντευξη τύπου στην Αθήνα —19.3.76— εδήλωσε ότι η ρύπανση της ατμοσφαίρας στην Αθήνα δημιουργεί αναπνευστικά προβλήματα στα παιδιά ηλικίας 8 ως 11 ετών. Η ατμόσφαιρα της Αθήνας φορτώνεται κάθε χρόνο με 129.000 τόνους διοξείδιο του θείου, 4.000 τόνους καπνού, 20.000 τόνους οξείδιο του αζώτου. Το 1959, το στρώμα των καυσαερίων που αιωρούνταν πάνω από την Αθήνα είχε 400-500 μέτρα ύψος, ενώ σήμερα ξεπερνά τα 1000 μέτρα. Σοβαρή είναι η μόλυνση της ατμόσφαιρας και της Θεσσαλονίκης, όπου οι διαρροές τοξικών αερίων (τετρααιθυλιούχου και τετραμεθυλιούχου μολύβδου) από τις δεξαμενές της ΕΘΗΛ που είναι εγκαταστημένες στο λιμάνι της, έθεσαν το πρόβλημα ανάγλυφα. Εξαιτίας των διαρροών αυτών η μόλυνση του περιβάλλοντος πενταπλασιάστηκε, σημειώθηκαν λιποθυμίες εργατών, δύσπνοια και άλλα συμπτώματα ασθενειών. «Η Θεσσαλονίκη εξελίσσεται καλπάζοντας σε μια πόλη που αυτοκτονεί» κατάγγειλε στη Βουλή ο βουλευτής Θεσσαλονίκης Σ. Παπαθεμελής. Από τις βιομηχανικές περιοχές της χώρας τα οξύτερα προβλήματα παρουσιάζει η περιοχή της Ελευσίνας. Η εγκατάσταση και λειτουργία στην περιοχή αυτή εκατοντάδων βιομηχανιών χωρίς προδιαγραφές, έχει σαν αποτέλεσμα τη σοβαρή ρύπανση της περιοχής με σκόνη, διοξείδιο του θείου και άλλα τοξικά αέρια. Η νοσηρότητα στην Ελευσίνα αναφέρει ο δήμαρχος Ελευσίνας κ. Λεβέντης, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΚΑ, είναι κατά 50% μεγαλύτερη από αυτή της Αθήνας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει ο χημικός μηχανικός κ. Αμπατζόγλου, η «χαλυβουργική» διοχετεύει κάθε χρόνο στην ατμόσφαιρα 50.000 τόνους στερεό κονιοποιημένο άνθρακα, ο «χάλυψ» 7.000 τόνους τσιμέντο και αλκαλική σκόνη, ο «Τιτάν» 73.000 τόνους, οι βιομηχανίες «χάλυψ», «Τιτάν», Διυλιστήρια Ασπροπύργου, Πετρόλα 18.240 τόνους διοξείδιο του θείου και 1.360 τόνους μονοξείδιο του άνθρακα. Από τις θαλάσσιες περιοχές περισσότερο έχουν ρυπανθεί οι δυο κόλποι, Σαρωνικός και Θερμαϊκός. Στο Σαρωνικό διοχετεύονται κάθε μέρα 350.000 τόνοι από οικιακά και βιομηχανικά λύματα, ενώ στο Θερμαϊκό διοχετεύονται κάθε μέρα 900 κιλά αργό πετρέλαιο, 300 κιλά μολύβδου και 8 κιλά χαλκού. Το θαλάσσιο οικοσύστημα έχει διαταραχθεί και αλλάζει (κυρίως η πανίδα). Μερικά είδη έχουν εξαφανιστεί ή λιγοστέψει και έχουν εμφανιστεί άλλα καινούρια. Ταυτόχρονα έχει αλλάξει όψη και η θάλασσα, έχει χάσει το γαλάζιο και διαφανές χρώμια, γιατί από τα λύματα δημιουργείται ένα κατακάθισμα βορβόρου. Ένα σημαντικό μέρος από τα ακάθαρτα νερά της Αθήνας αποχετεύονται από ένα σύστημα υπονόμων στο Κερατσίνι και από ΄κεί εκβάλλουν, χωρίς καμιά απολύτως βιολογική επεξεργασία και χωρίς στοιχειώδη εσχαρισμό, στον ακροκέραμο. Αυτό, με την παράλληλη ρύπανση από τα βιομηχανικά απόβλητα, έχει σαν αποτέλεσμα να ρυπαίνεται όλη η περιοχή, από το λιμάνι του Πειραιά ως τα Μέγαρα, ενώ παράλληλα το ίδιο ρυπαντικό φορτίο υποβαθμίζει τις ακτές της Σαλαμίνας ως την Αίγινα και επεκτείνεται και στις ακτές από το λιμάνι του Πειραιά ως τη Βάρκιζα. Παλαιότερα από τις διοχετεύσεις καταστράφηκε η περιοχή του φαληρικού όρμου, η οποία ως το 1930 παρουσίαζε μια εξαιρετική άνθηση με τα θαυμάσια ξενοδοχεία της, τις εξέδρες, τα παραθαλάσσια εστιατόρια, τις ορχήστρες και τα θερινά θέατρά της. Ένας ακόμη παράγοντας που οξύνει το πρόβλημα της προστασίας του περιβάλλοντος στη χώρα μας είναι η κυριαρχία των ξένων και ντόπιων μονοπωλίων, που με την απληστία τους και την ασυδοσία τους λεηλατούν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, καταστρέφουν το περιβάλλον, ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα και τις περιοχές που βρίσκονται κοντά στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεών τους. Ο καθηγητής κ. Κων. Γκανιάτσας σε ειδικό άρθρο στην εφημερίδα «Καθημερινή» με τον τίτλο «Φύση και τεχνολογικός πολιτισμός» αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής: «Από τα μελανά σημεία της τεχνολογικής αναπτύξεως της χώρας μας, έχομε πλείστα όσα, όπως είναι οι ξεκοιλιασμένοι πέριξ των Αθηνών γραφικοί λόφοι από τα άφθονα λατομεία και άλλα τεχνικά έργα, το βουνό Γκιώνα, με τα θαυμάσια ελατοδάση που το μετέβαλε η εταιρία Βωξιτών Παρνασσού μέσα σε 20 χρόνια σε σεληνιακό τοπίο, όπως επίσης οι γραφικοί λόφοι της Γερακινής Χαλκιδικής που μετεβλήθησαν από τα μεταλλεύματα λευκολίθου σε βιβλικά τοπία». Οι μεγάλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις εξάγουν στις εξαρτημένες χώρες μαζί με τα κεφάλαια και τη ρύπανση. Έτσι εξασφαλίζουν ένα τριπλό πλεονέκτημα: φθηνές πρώτες ύλες, φθηνή εργατική δύναμη και ταυτόχρονα αποφυγή των εξόδων για τις εγκαταστάσεις που είναι απαραίτητες για την προστασία του περιβάλλοντος. Η χώρα μας έχει ήδη υποστεί αυτή τη μεταχείριση. Ο βουλευτής Γρηγ. Φαράκος αναφέρει στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» —τεύχος Σεπτεμβρίου 1975— την περίπτωση της βιομηχανίας ΕΘΥΛ, της οποίας η εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη —σύμφωνα με τις καταγγελίες πολλών λαϊκών οργανώσεων— συνδέεται με το γεγονός ότι σε καμιά άλλη χώρα δεν γινόταν δεκτή. Και δεν είναι η μόνη περίπτωση. Η ισχυρή οικονομική δύναμη που αντιπροσωπεύουν τα μονοπώλια, οι ξένες επιρροές, η έλλειψη προστατευτικής νομοθεσίας, υπηρεσιών έλεγχου κ.λ.π., κάνει τις μεγάλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις ασύδοτες. Έτσι αμέσως μετά την εγκατάσταση της βιομηχανίας αχυροκυτταρίνης στη Λάρισα στη δεκαετία του 60 δημιουργήθηκαν προβλήματα στις γύρω περιοχές. Μολύνθηκαν τα ποτάμια, εψόφησαν ψάρια, επηρεάστηκαν οι ποτιστικές καλλιέργειες κ.λ.π. Πέρασαν παραπάνω από 10 χρόνια από τότε και ακόμη η βιομηχανία αυτή δεν έκανε εγκαταστάσεις καθαρισμού, παρά το γεγονός ότι κλήθηκε επανειλημμένα γι’ αυτό από τις τοπικές αρχές και την κυβέρνηση. Αλλά και όταν υπάρχει προστατευτική νομοθεσία τα μονοπώλια βρίσκουν τον τρόπο ή να την παραβιάζουν ή να υποχρεώνουν την κυβέρνηση να υποχωρεί. Στη συνέντευξη τύπου που έδωσε η Ε.Ρ.Υ.Ε.Α. στις 29.3.76 αναφέρει την ακόλουθη χαρακτηριστική περίπτωση: ενώ η κυβέρνηση της μεταπολίτευσης απέκλεισε την εγκατάσταση νέων βιομηχανικών δραστηριοτήτων στις ακτές του Σαρωνικού (Απόφασις 120/ 353, ΦΕΚ Β’ 961/1.10.1974), στις 22.10.1975 το δημόσιο ενέκρινε την επέκταση του βιομηχανικού συγκροτήματος Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα, με επενδύσεις 1.067 εκατ. δραχμών. Η σύμβαση αυτή επιδεινώνει την τραγική ήδη κατάσταση που υπάρχει στο Σαρωνικό, ο οποίος, σύμφωνα με τη γνώμη της παραπάνω εταιρίας, έχει εξαντλήσει προπολλού τις δυνατότητες αυτοκαθαρισμού του και η ρύπανση του επηρεάζει δυσμενώς το πολυπληθέστερο κέντρο της χώρας. Τέλος, για να κλείσουμε την εισαγωγή μας αυτή, όλο το πρόβλημα σε τελευταία ανάλυση, όπως έχουμε τονίσει στο πρώτο μέρος, είναι πρόβλημα πολιτικής, φορέων της εξουσίας, κατεύθυνσης που ακολουθούν, συμφερόντων που εκπροσωπούν, κ.λ.π. Η Ελλάδα ανήκει στην κατηγορία των χωρών εκείνων, που όπως έχομε πει, λόγω του ανταγωνιστικού συστήματος που επικρατεί, δεν είναι δυνατό να δώσει ριζικές λύσεις στα προβλήματα του περιβάλλοντος εξαιτίας των ενδογενών δυσκολιών. Αλλά και στα πλαίσια των χωρών αυτών βρισκόμαστε αρκετά καθυστερημένοι. Από την ίδρυση του ελληνικού Κράτους ως τώρα τελευταία, δεν υπάρχει ουσιαστική νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος. Όπως τονίζει, ο καθηγητής κ. Γκανιάτσας, τα φυσικά αγαθά αντιμετωπίσθηκαν ως πλουτοπαραγωγικές πηγές, γι’ αυτό και η νομοθεσία απέβλεπε στη ρύθμιση της οικονομικής εκμετάλλευσης των αγαθών αυτών, ενώ οι άλλες πλευρές παραβλέπονταν. Μοναδική εξαίρεση στάθηκε η νομοθεσία για την προστασία ορισμένων ζώων, αλλά χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Στα τελευταία χρόνια την πρωτοβουλία για την προστασία του περιβάλλοντος την πήραν μερικές οργανώσεις, σωματεία και ιδρύματα, που οργάνωσαν διάφορες εκδηλώσεις (τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, Κοσμητεία Εθνικού Τοπίου, Ελληνικός Ορειβατικός Σύλλογος και η Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσεως που ιδρύθηκε το 1954). Κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης και των προβλημάτων που προέκυψαν από τη ραγδαία επιδείνωση των συνθηκών ζωής, ιδιαίτερα στις μεγάλες αστικές περιοχές, η κυβέρνηση κατάρτισε ειδικό νομοσχέδιο «Περί Χωροταξίας και Περιβάλλοντος» που ψηφίστηκε τελικά από τη Βουλή. Με το νόμο 360/76 δημιουργούνται οι βασικοί φορείς, όπως το «Εθνικό Συμβούλιο Χώροταξίας και Περιβάλλοντος», που αποτελείται από υπουργούς, με τη Γραμματεία του, και η «Επιτροπή Χωροταξίας και Περιβάλλοντος», που αποτελείται από εκπροσώπους Υπουργείων και Οργανισμών. Αλλά ο νόμος αυτός, κατά κοινή διαπίστωση, παρουσιάζει σοβαρές ελλείψεις και κενά. Η σοβαρότερη αδυναμία του είναι ότι από την επεξεργασία και τη λήψη των αποφάσεων απουσιάζει ο λαϊκός παράγοντας, καθώς και οι εκπρόσωποι των επαγγελματικών και επιστημονικών οργανώσεων. Εξάλλου, σύμφωνα και με τις εκτιμήσεις και της Ε.Ρ.Υ.Ε.Α. μια άλλη βασική έλλειψη είναι η μη δημιουργία μιας επιτελικής νομοθετικής υπηρεσίας, η όποια θα μελετάει, θα σχεδιάζει και θα εισηγείται τα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος. Στη Γαλλία υπάρχει ειδικό Υπουργείο. Αλλά πέρα από την ψήφιση ενός καθαρά θεσμικού νόμου μένουν πολλά άλλα να γίνουν, στον τομέα της έρευνας, του σχεδιασμού, του προγράμματος, του έλεγχου της εφαρμογής των μέτρων και κυρίως της εξεύρεσης των οικονομικών πόρων. Η Ε.Ρ.Υ.Ε.Α., σ’ ένα σχέδιο οργανώσεως για την προστασία του περιβάλλοντος, που δημοσιεύεται στο ενημερωτικό δελτίο της 14, προβλέπει ότι οι απαιτούμενες δαπάνες, κλιμακούμενες ως το 2.000, δε μπορεί να είναι μικρότερες από 70 δισεκατομμύρια δραχμές και ότι για την πρώτη 5ετία θα χρειαστεί, για να είναι αποτελεσματική η προσπάθεια, ένα ποσό από 5 δισεκατομμύρια δραχμές. Πρόκειται δηλαδή για τεράστια ποσά, τα όποια και όταν εξευρεθούν θέτουν το μεγάλο ερώτημα, ποιόν θα επιβαρύνουν. Γιατί αν τις δαπάνες αυτές τις αναλάβει ο κρατικός προϋπολογισμός, αυτό θα σημαίνει ότι το βάρος το υφίσταται ο ελληνικός λαός, ο οποίος ταυτόχρονα υφίσταται και τις συνέπειες από τη ρύπανση του περιβάλλοντος που προκαλεί η αυξημένη επιχειρηματική δραστηριότητα, από την οποία θησαυρίζουν κυριολεκτικά τα μονοπώλια. Άλλο μεγάλο κεφάλαιο στον τομέα της δραστηριότητας για την προστασία του περιβάλλοντος είναι η δημιουργία ενός ειδικού κέντρου, με τη μορφή ενδεχόμενα, όπως τονίζει ο καθηγητής κ. Γκανιάτσας, Ινστιτούτου, που θα είναι εξοπλισμένο με εργαστήρια και θα έχει δημιουργήσει δίκτυα σταθμών στα διάφορα διαμερίσματα της χώρας για την προώθηση της έρευνας. Ένας όμως τέτοιος φορέας θα χρειαστεί να εξοπλιστεί με εξειδικευμένα στελέχη, πράγμα που προϋποθέτει και μια σχετική αναδιοργάνωση στον εκπαιδευτικό τομέα. Αποφασιστικός όμως παράγοντας για την επιτυχή αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων που σχετίζονται με το περιβάλλον είναι η συμμετοχή σ’ αυτή την προσπάθεια του ίδιου του Ελληνικού λαού, μ’ ένα πυκνό δίχτυ από λαϊκές οργανώσεις (εταιρίες κ.λ.π.), που θα κλιμακωθούν σ’ όλη τη χώρα και θα παίρνουν μέρος στο πολύπλευρο έργο της προστασίας του περιβάλλοντος. Χ. Βραχνιαρής

Βάρος 0.2 kg
Διαστάσεις 14 x 21 cm