Χαρ. Τρικούπη 22, Αθήνα, Τ.Κ. 10679 - Τηλ. 210 3623092, email: info@alfeiosbooks.com

Το σοσιαλιστικό όνειρο. Αναμνήσεις και στοχασμοί

30,00 €

Συγγραφέας:

Fischer Ernst

Εκδοτικός οίκος:

Ηριδανός

Μετάφραση:

Λάμπρου Δ. Ηρώ

Τόπος έκδοσης:

Αθήνα

Έτος έκδοσης:

Σελίδες:

556

ISBN:

Κατάσταση:

Πολύ καλή (άκοπο)

Διαθέσιμο

Κωδικός: AB-0021121602. Κατηγορίες: , .
   

Ανάμεσα στο Λουξ και την Κομιντέρν

Μετά το VII Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς(1) έγινα, σύμφωνα με την επιθυμία του Δημητρόφ(2), αντιπρόσωπος του ΚΚ Αυστρίας στην Κομιντέρν. Είχα θέσει όρο στον εαυτό μου να διακόπτω κάθε τόσο την παραμονή μου στη Μόσχα, για να πηγαίνω στην Πράγα, να μην είμαι τόσο μακριά από την Αυστρία. Από το 1936 λοιπόν ζούσα πότε στην Πράγα, πότε στη Μόσχα.

Μόλις είχε αρχίσει η εποχή των υποψιών, των συκοφαντιών, των συλλήψεων, και στη Σχολή Λένιν χτύπησε κιόλας συναγερμός. Σ’ αυτήν τη σχολή διδάσκονταν οι ξένοι κομμουνιστές: Διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό, πολιτική οικονομία, ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και, μετά το VII Συνέδριο της Κομιντέρν, και την ιστορία των δικών τους χωρών.

Διευθύντρια της σχολής ήταν η Κιρσάνοβα, γυναίκα του μουσάτου και αυτάρεσκου Γιαροσλάβσκι, που έκανε αθεϊστική προπαγάνδα και που του άρεσε να τον αποκαλούν “συνείδηση του κόμματος”(3). Η Κιρσάνοβα ήταν πολύ έξυπνη, μια σημαντική γυναίκα με τρόπους στρατηγού. Μια φορά την είχα παρακαλέσει για κάτι μικρές διευκολύνσεις για τους αυστριακούς δασκάλους και μαθητές – δεν θυμάμαι πια τι ήταν – κι εκείνη είχε δεχτεί να κανονίσει τα πάντα σύμφωνα με την επιθυμία μου. Όταν πέρασαν μερικοί μήνες χωρίς ν’ αλλάξει τίποτε της θύμισα την υπόσχεσή της που δεν είχε κρατήσει.

Εκείνη γέλασε, όχι χωρίς γοητεία:

– Ξέρετε βέβαια τους νόμους της διαλεκτικής;

– Τι σχέση έχει η διαλεκτική, όταν δεν κρατάτε την υπόσχεσή σας;

– Α, δεν είσαστε καλός διαλεκτικός. Όλα εξαρτώνται από το χώρο και το χρόνο. Από την αλληλεπίδραση. Η τότε αποδοχή μου αντιστοιχούσε με την κατάσταση. Από τότε η κατάσταση άλλαξε. Αυτό που τότε ήταν σωστό, σήμερα δεν είναι πια. Δεν το καταλαβαίνετε αυτό;

– Όχι.

– Φοβάμαι ότι θα έχετε δυσκολίες, αφού δεν καταλαβαίνετε το νόμο της διαλεκτικής αλληλεπίδρασης.

Με κοίταξε κοροϊδευτικά, αξιαγάπητα κι ανησυχητικά.

Η περίπτωση Κλαρ ήταν αποτέλεσμα αυτής της διαλεκτικής αλληλεπίδρασης.

Στον αυστριακό τομέα της Σχολής Λένιν, μαζί με την έξυπνη και καλλιεργημένη Γκένια Λάντε – που ο άντρας της αργότερα έπεσε θύμα της σταλινικής τρομοκρατίας – δίδασκε και ο Άλφρεντ Κλαρ. Αντιδογματικός, σκεπτικός, μαλακός, ίσως να μην ήταν ένας τυπικός, μα ήταν ένας συμπαθητικός κομμουνιστής. Δεν σκοτώθηκε από τον Στάλιν, αλλά από τον Χίτλερ. Ο θάνατος άλλαξε στολή και τον βρήκε στη Δύση, το ίδιο σκληρός κι εκεί όσο κι εδώ. Οι εθνικοσοσιαλιστές δολοφόνησαν έναν άνθρωπο που όχι μόνο ήταν Εβραίος, αλλά που τόλμησε να χαρακτηρίσει την Αυστρία ξεχωριστό έθνος, με καλοθεμελιωμένη επιχειρηματολογία.

Η «περίπτωση Κλαρ» σχετιζόταν έμμεσα μόνο με την ιδέα του αυστριακού έθνους. Βέβαια: οι γερμανοί κομμουνιστές αντιτάσσονταν σφοδρά σ’ αυτήν τη θεωρία. Ήταν συνηθισμένοι να κηδεμονεύουν το ΚΚΑ. Όταν όμως η Κιρσάνοβα κατασκεύασε την «περίπτωση Κλαρ» το αυστριακό ζήτημα έπαιξε ρόλο μόνο στο βαθμό που συγχωνευόταν με το σύμπλεγμα «φιλελευθερισμός» – «αντικειμενισμός»(4) – «σοσιαλδημοκρατισμός». Γιατί αυτές ήταν οι παρεκκλίσεις για τις οποίες κατηγορήθηκε ο Κλαρ – αν δεν ήταν τίποτε χειρότερο ακόμη, όπως «συνθηκολόγηση με την ιδεολογία του ταξικού εχθρού». Δεν ήταν άξιος να διδάσκει στη Σχολή Λένιν – πίστευε η Κιρσάνοβα.

Δάσκαλοι και μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι στην αίθουσα της Σχολής Λένιν. Με υποδέχτηκαν η Κιρσάνοβα κι ο υποδιευθυντής Βλαντιμίροφ(5), ο κουνιάδος του Δημητρόφ.

– Θα μιλήσετε; με ρώτησε ο Βλαντιμίροφ.

– Ναι, μετά τη συντρόφισσα Κιρσάνοβα.

Η Κιρσάνοβα μίλησε, ζυγίζοντας κάθε λέξη, στην αρχή συγκρατημένα, στον τόνο της φροντίδας για το κόμμα, για κάθε μέλος του κόμματος, για κοινή υπόθεση, ύστερα παθητικά, εξορκιστικά, σε τόνο κατηγορητηρίου, ότι η πάλη των τάξεων οξύνεται, ότι κάθε αδυναμία στο ιδεολογικό μέτωπο χρησιμοποιείται αμέσως από πράκτορες, διασπαστές, κατασκόπους, ότι ο μεγαλύτερος απ’ όλους τους κινδύνους είναι η διείσδυση σκέψεων που είναι ξένες προς το μαρξισμό-λενινισμό(6), δηλαδή αντιμαρξιστικές, αντισοβιετικές. Όταν οι μαθητές κάνουν λαθεμένες ερωτήσεις, μπορεί κανείς να ξεχωρίσει το αντικειμενικό από το υποκειμενικό ολίσθημα, όταν οι δάσκαλοι δίνουν λαθεμένες απαντήσεις, το αντικειμενικό μεταβάλλεται σε υποκειμενικό. Η μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα, σε τούτη την περίπτωση η μετατροπή του αντικειμενικού ολισθήματος σε υποκειμενική ενοχή, είναι ένας νόμος της διαλεκτικής. Όταν προσθέτει κανείς σ’ αυτά και την κατάσταση της οξυμένης πάλης των τάξεων, η επιπολαιότητα του δασκάλου γίνεται ανευθυνότητα, ακόμα περισσότερο, ιδεολογικός αφοπλισμός. Ο σύντροφος Κλαρ, ένας παλιός κομμουνιστής, που δεν έχει λίγα χρόνια που ήρθε από τη σοσιαλδημοκρατία σε μας… – δεν με κοίταζε, ωστόσο όλοι κατάλαβαν ποιον εννοούσε – ένας παλιός κομμουνιστής, λοιπόν, δεν μπορεί να επικαλεστεί έλλειψη πείρας. Αντί να κρατήσει ψηλά τη σημαία του μαρξισμού-λενινισμού, όπως μας διδάσκει ο μεγάλος μας, σοφός, αγαπημένος σύντροφος Στάλιν, ο σύντροφος Κλαρ παρέκκλινε από την ταξική σκοπιά, και μετέφερε στους μαθητές του όχι τη σαφήνεια αλλά τη σύγχυση. Το ελάχιστο και το επιεικέστερο θα ήταν να του γίνει μομφή. Εκτός απ’ αυτό το Αυστριακό Κόμμα καλείται να τον αποσύρει από τη Σχολή Λένιν.

Είχα καταφέρει να ξεσυνηθίσω την παραφορά της παιδικής μου ηλικίας. Όμως η ψυχρή ανεντιμότητα αυτής της ομιλίας εξαπόλυσε καυτή οργή στον εγκέφαλό μου. Κατάφερα να την κρυώσω και ν’ απαντήσω με ψυχρή, κοφτερή φωνή:

– Εγώ δεν έχω την πρόθεση να μιλήσω για την περίπτωση Κλαρ. Θα μιλήσω για την περίπτωση Κιρσάνοβα.

Ήταν σαν να είχε πέσει κεραυνός, η Γκένια Λάντε δίστασε μια στιγμή. Τα μάτια της φωτίστηκαν. Ύστερα μετέφρασε στα ρωσικά αυτά που είχα πει. Ο Βλαντιμίροφ σηκώθηκε απότομα και πήγε στην πόρτα, δεν βγήκε όμως από την αίθουσα. Μόνο η Κιρσάνοβα φαινόταν ολότελα αμέτοχη∙ με κοίταξε για μισό δευτερόλεπτο, ύστερα γύρισε το πρόσωπό της προς τους συγκεντρωμένους, ακίνητο σα μάσκα.

Ο σύντροφος Κλαρ, συνέχισα – και δεν ήμουν λιγότερο κατάπληκτος απ’ όσο όλοι οι άλλοι ακροατές για την απροετοίμαστη ομιλία μου, που αναπτυσσόταν ανεξάρτητα από μένα – ο σύντροφος Κλαρ δικαίωσε την εμπιστοσύνη του κόμματος. Σύμφωνα με το πνεύμα του VII Παγκόσμιου Συνεδρίου της Κομιντέρν, δεν έμαθε στους μαθητές του νεκρούς τύπους, τους έμαθε να σκέπτονται. Όταν οι μαθητές του εκφράζαν αμφιβολίες, δεν ανέτρεχε στην τιμωρία της ιδεολογικής μαστίγωσης, αλλά στην αντικειμενική επιχειρηματολογία. Δεν τους μετέδωσε την περηφάνια του αλάθητου, αλλά το θάρρος ν’ αντιμετωπίζουν σοβαρά τα προβλήματα. Ακολούθησε το παράδειγμα του Δημητρόφ, δεν παρίστανε το διευθυντή ή το διοικητή, επικαλέστηκε τη λογική και τη συνείδηση. Εκείνη όμως, η συντρόφισσα Κιρσάνοβα, ενσαρκώνει την αντίθετη αρχή, την αρχή της διαταγής και της υπακοής, την αρχή της κατάπνιξης κάθε αντιδογματικής σκέψης. Της αρέσει να μιλάει για τη διαλεκτική. Όμως η δική της διαλεκτική συνίσταται στο να μην τηρεί τις υποσχέσεις της, να υποθάλπει το διχασμό, να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα δυσπιστίας και φιλυποψίας. Μια τέτοια σχολή των ωτακουστών, της μισαλλοδοξίας και της κρυψίνοιας, δεν τη χρειαζόμαστε. Γι’ αυτό εγώ θα προτείνω στο κόμμα μου να μην αποσύρει τον σύντροφο Κλαρ, να καταθέσει όμως μια διαμαρτυρία ενάντια στη συντρόφισσα Κιρσάνοβα.

Η Κιρσάνοβα δεν απάντησε.

Ο Βλαντιμίροφ τηλεφωνούσε.

Το άλλο πρωί βρισκόμουν στο γραφείο του Δημητρόφ.

– Τι ήταν αυτά χθες στη Σχολή Λένιν; Έχω μια έκθεση. Αλλά θέλω να μάθω από σας, γιατί μιλήσατε με τέτοια ασυνήθιστη οξύτητα; Ποια ήταν τα κίνητρά σας;

Μ’ άκουσε προσεκτικά χωρίς να με διακόψει. Ύστερα κούνησε το κεφάλι του πέρα-δώθε, δεν ήταν ένα κούνημα του κεφαλιού, αλλά μια πιο σκεπτική κίνηση.

– Αυτό δεν ήταν – απερίσκεπτο;

– Ίσως. Όμως αυτά που είπε εκείνη ήταν απαράδεκτα.

– Μη βιάζεστε να κρίνετε! Είναι μια γυναίκα μεγάλης αξίας. Μια παλιά μπολσεβίκα. Θα δούμε – θα δούμε…

Μετά από λίγες εβδομάδες η Κιρσάνοβα είχε απολυθεί από διευθύντρια της Σχολής Λένιν.

Εγώ ο τρελός είχα φανταστεί τότε, ότι όχι βέβαια η χλιαρή υπεράσπιση, αλλά οπωσδήποτε η αποφασιστικότητα, η ριψοκίνδυνη αντεπίθεση, μπορούσαν να σώσουν ανθρώπους που άδικα είχαν γίνει ύποπτοι, να εξαναγκάσουν σε υποχώρηση ισχυρούς κατήγορους. Το γεγονός ότι δεν έπεσε ο Κλαρ αλλά η Κιρσάνοβα με παραπλάνησε, έθρεψε μέσα μου την ελπίδα ότι παρ’ όλα αυτά δεν επικρατούσε σκέτη αυθαιρεσία, ότι βέβαια ένας μηχανισμός με υπερβάλλοντα ζήλο έκανε κατάχρηση της δύναμής του, αλλά ότι αυτή η κατάχρηση δεν ξεπερνούσε κάποια όρια. Γιατί η «περίπτωση Κλαρ» έγινε «περίπτωση Κιρσάνοβα» μου είναι εξίσου αινιγματικό όσο και η επιβίωσή μου μέσα σ’ εκείνο το όλο και πιο πυκνό δίχτυ από παράνοια, δολιότητα, φόβο, σκληρότητα, εκδικητικότητα, πλεονεξία, τρέλα. Ήμουν σαν ένας υπνοβάτης ανάμεσα σε δυο αβύσσους∙ ίσως αυτή ακριβώς η ξεγνοιασιά συνετέλεσε στο ότι γλίτωσα τη μοίρα εκατομμυρίων άλλων.

Οι συλλήψεις συνεχίζονταν. Στην αρχή εξαφανίστηκαν ένα πρωί από τα σπίτια τους μερικοί Αυτοαμυνίτες(7), αργότερα έγιναν ντουζίνες, μετά εκατοντάδες. Στο τέλος τα πράγματα έφτασαν στο σημείο, που οι Αυτοαμυνίτες να περιμένουν τη νύχτα με τις βαλίτσες τους έτοιμες, κι όταν το πρωί χτυπούσαν την πόρτα τους οι διώκτες της Νικαβεντέ, να τους υποδέχονται με τα λόγια:

– Λοιπόν, ήρθατε επιτέλους! Εμείς νομίσαμε πως μας είχατε ξεχάσει.

Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο από το να μεσολαβώ κάθε τόσο στον Δημητρόφ. Όμως όλο και πιο φανερή γινόταν στο πρόσωπό του η έκφραση της ανυπομονησίας και της απροθυμίας.

Όταν μεσολάβησα την επόμενη φορά αντιμετώπισα απροκάλυπτη άρνηση. Ο Δημητρόφ δεν ήθελε να τον ενοχλούν συνεχώς. Σήμερα βλέπω καθαρά πως τον καιρό εκείνο υπερτιμούσα τη δύναμή του, πως κάπου-κάπου ήταν βέβαια σε θέση ν’ απελευθερώνει μερικούς από τους στενότερους συνεργάτες του, κατά τα άλλα όμως δεν μπορούσε να καταφέρει τίποτε. Επιπλέον, ο Δημητρόφ, ο Τολιάτι και άλλοι εκπρόσωποι του Λαϊκού Μετώπου ανησυχούσαν βέβαια για τις συλλήψεις, έβαζαν όμως τις πολιτικές τους ιδέες πάνω απ’ όλες τις επιφυλάξεις και τις αμφιβολίες, δεν ήταν πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν τη θέση τους με εσωτερικούς αγώνες χωρίς προοπτική.

Κι ο Μανουίλσκι(8); Στα μάτια του εξακολουθούσε να υπάρχει η χρυσή λάμψη, η φωτεινή δύναμη ενός εξαιρετικού ταμπεραμέντου – αλλά και κάτι κουρασμένο, γκρίζο, θλιμμένο μερικές φορές.

Ο Μανουίλσκι, μαζί με τον Ράντεκ, ήταν ο δημιουργός των περισσότερων αντισοβιετικών ανεκδότων. Τον καιρό των συλλήψεων είχε μιλήσει σε μια κομματική συνεδρίαση της Κομιντέρν, παθιασμένα, με κρυφή ειρωνεία – ενάντια στα ανέκδοτα, τα αντεπαναστατικά ανέκδοτα, που αντιβαίναν προς τη σοβαρότητα της κατάστασης. Μετά τη συγκέντρωση με τράβηξε σε μιαν άκρη:

– Το ξέρετε αυτό το ανέκδοτο…; Όταν ο Τρότσκι περνούσε καβαλάρης από την Κόκκινη Πλατεία, το πλήθος φώναζε: Ο Τρότσκι! Ο Τρότσκι! Όταν ο Βοροσίλοφ περνάει καβαλάρης από την Κόκκινη Πλατεία, ο κόσμος φωνάζει: Κοίτα το άλογο! Τι ωραίο άλογο!

Όσο κι αν ήμουν αφοσιωμένος στον Μανουίλσκι, δεν μου άρεσε αυτός ο κυνισμός. Πολύ αργότερα κατάλαβα πως ήταν κάτι περισσότερο από κυνισμός: μια εκδήλωση της εμπιστοσύνης του για μένα, η σιωπηρή υπόδειξη ότι η ομιλία του του είχε υπαγορευτεί, η θύμηση του Τρότσκι, του καβαλάρη, που είχε αντικατασταθεί από το άλογο.

Οι δίκες

«Πώς μπόρεσες να γράψεις κάτι τέτοιο;» είπε η Λου και μου έδωσε δυο μικρές μπροσούρες. Τις είχε βρει τακτοποιώντας τα βιβλία μας. «Είναι απαίσιο. Δεν μπορώ να το καταλάβω».

Ήξερα ότι είχα ακόμη αυτές τις μπροσούρες. Μερικές φορές θέλησα να τις διαβάσω, αλλά ήμουν πολύ δειλός για να το κάνω. «Εξοντώστε τον Τροτσκισμό» και «Η δολοφονία των εργατών στο Καμέροβο» ήταν οι τίτλοι των δυο αυτών κατασκευασμάτων. Δεν τα είχα δείξει στη Λου, ήθελα με κάποιον τρόπο να της ξεφύγω. Η Λου είχε δίκιο: Είναι απαίσια. Όμως πρέπει να δώσω μιαν απάντηση: Πώς μπόρεσα να τα γράψω;

Οι πιστοί καθολικοί είναι τυχεροί: εξομολογούνται την αμαρτία τους, κάνουν τις μετάνοιές τους κι εξιλεώνονται, λες και η αμαρτία δεν είναι παρά μια βαλίτσα που την ξεφορτώνεσαι, κάτι το εξωτερικό που τ’ αφήνεις πίσω σου, κι όχι κάτι συνυφασμένο με τον οργανισμό σου που αφήνει βλαβερά κατάλοιπα. Εδώ δεν πρόκειται για την ανακούφιση που αφήνει η ομολογία της ντροπής, μα για την προσπάθεια να καταλάβω το τότε Εγώ μου. Να καταλάβω δε σημαίνει να συγχωρήσω, γιατί ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος δεν μπορεί να ισχυριστεί πως έχει το δικαίωμα ν’ αποδίνει χάρη.

Η αντιμετώπιση αυτού που ήμουν τότε δεν επιδέχεται αναβολή: όχι υπεράσπιση του εαυτού μου, αλλά κριτική ανάλυση.

Ο Τολιάτι μου ζήτησε να παραστώ σαν ανταποκριτής στη δίκη ενάντια στον Ράντεκ, τον Πιατάκοφ, τον Σοκόλνικοφ(9) κι άλλους τροτσκιστές.

Το κατηγορητήριο «Συνταγμένο στη Μόσχα στις 19 Ιανουαρίου 1937» ήταν ένας προϊστορικός δράκοντας που είχε εισχωρήσει σε έναν κόσμο βασισμένο στον Μαρξ και στον Λένιν, στη λογική και στ’ ανθρώπινα δικαιώματα, ένα τέρας που ήξερε να μιλάει τη διάλεκτο μιας γραφειοκρατίας στην οποία ενέδιδα. Να τι έγραφε:

«Τέτοια υπήρξε η αισχρή προδοτική αντισοβιετική δραστηριότητα αυτών των στυγερών μισθοφόρων του φασισμού, προδοτών της πατρίδας και εχθρών του λαού, των τροτσκιστών… Μια απομονωμένη και πολιτικά καταδικασμένη σε αφανισμό ομάδα ληστών και κατασκόπων… Ανήκουστη προδοσία των συμφερόντων της εργατικής τάξης και της αγροτιάς… Προδοσία της πατρίδας… Έγιναν ένα πρακτορείο κατασκοπίας, δολιοφθοράς και ατιμίας στην υπηρεσία των γερμανικών και ιαπωνικών δυνάμεων…»

Όταν τα διαβάζω αυτά σήμερα, δεν μπορώ να καταλάβω πώς είχα πιστέψει σε μια τέτοια τρέλα. Όμως το απίστευτο γινόταν από μέρα σε μέρα πιο πιστευτό για τον άνθρωπο που παρακολουθούσε σαν παρατηρητής τη δίκη στην Αίθουσα των Κιόνων του μεγάρου των Συνδικάτων.

Είχα υποκύψει στην τρομερή δύναμη της πιθανοφάνειας, στην υποβολή του προφορικού λόγου, που δεν έχει απονεκρωθεί γραφόμενος, ώστε να μπορεί να του γίνει προσεκτική ανατομία. Στην αφυσικότητά του, ήταν ένα θέαμα φρικτής φυσικότητας.

Το κατηγορητήριο είχε τελικά ενσαρκωθεί στο πρόσωπο του κατήγορου Βισίνσκι(10). Μιλούσε αυτήν τη διάλεκτο βάναυσα, απωθητικά, με τον παγωμένο μορφασμό του μίσους και της αηδίας που έγινε πρότυπο για χιλιάδες ομοίους του. Στα ανοιχτογάλανα μάτια του δεν υπήρχε τίποτε άλλο από πάγος. Τη σκηνοθεσία την έκανε ο θάνατος∙ όμως οι ηθοποιοί ήταν ζωντανοί άνθρωποι, δεν έμοιαζαν να παίζουν ρόλους, φαίνονταν πως ήταν οι εαυτοί τους. Μετακινούνταν αβίαστα, δεν έμοιαζαν σαν να είχαν βασανιστεί ή σαν να τους είχε αποσπαστεί η ομολογία τους με άλλα μέσα. Τους έφερναν τσάι και συχνά η δίκη δεν έμοιαζε με δίκη, αλλά με συζήτηση.

Εκείνη την εποχή αναρωτιόμουν: Είναι δυνατό η Σοβιετική Ένωση να βρίσκεται σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση, να έχει μείνει πίσω στα πλάνα και τις ανάγκες της, ν’ αυξάνεται η δυσαρέσκεια και οι παλιοί Μπολσεβίκοι να θυσιάζονται, να παίρνουν πάνω τους την ευθύνη, για να σώσουν το έργο του Οκτώβρη 1917 που κινδυνεύει; Κάτι τέτοιο πραγματικά δεν το θεωρούσα αδιανόητο… Δεν τολμούσα όμως να φτάσω στη σκέψη ότι ο Στάλιν ήταν ο υποκινητής αυτών των δικών, ο φονιάς του Κίροφ, ο ατιμαστής, διαφθορέας, εξοντωτής των παλιών Μπολσεβίκων, σχεδόν όλων των συντρόφων στον αγώνα του Λένιν. Για μένα ήταν απόλυτα αδιανόητο. Όμως γιατί ήμουν περισσότερο διατεθειμένος να δεχτώ το άλλο αδιανόητο, την προδοσία των παλιών Μπολσεβίκων, την εγκληματικότητά τους, τον αυτοεξευτελισμό τους, να τα δεχτώ σαν κάτι που είχε συμβεί πραγματικά;

Περισσότερο με παραπλάνησε όχι η σύμπνοια των ομολογιών, όχι οι αναλαμπές του Ράντεκ, όχι ο συγκινητικός Μουράλοφ(11), αλλά ο Πιατάκοφ, η ισχυρότερη προσωπικότητα σ’ εκείνον το χορό του θανάτου, θαρραλέος, έξυπνος, χωρίς πάθος. Καθώς στεκόταν στο δικαστήριο με το κοκκινωπό μούσι του, μοιάζοντας περισσότερο με καθηγητή παρά με συνωμότη, και εξηγούσε με ήρεμη φωνή με ποιον τρόπο είχε οργανώσει το σαμποτάζ στη βιομηχανία που υπαγόταν σ’ αυτόν, σαν να μιλούσε για κάτι τόσο παλιό όσο η Πηνελόπη, που χάλαγε τη νύχτα αυτό που ύφαινε τη μέρα, σ’ αυτήν την αντικειμενικότητα του τερατώδους, νόμισα πως κατάλαβα για πρώτη φορά τι σημαίνει πάλη για την εξουσία.

Στην μπροσούρα μου κατέληγα στο συμπέρασμα: «Το ότι ο μεγάλος γερμανικός λαός κυβερνιέται από τον Χίτλερ και τον Γκέρινγκ, ότι οι δημοκρατικές κυβερνήσεις βλέπουν με ψυχραιμία πώς ο φασισμός μακελεύει τον ισπανικό λαό, την ισπανική δημοκρατία, όλα αυτά είναι το ίδιο απίστευτα όπως και το ότι ο Τρότσκι, ο Ράντεκ, ο Ζινόβιεφ πρόδωσαν την προλεταριακή επανάσταση και συμμάχησαν με τους θανάσιμους εχθρούς της εργατικής τάξης. Όμως το απίστευτο είναι η πραγματικότητα, που βρίσκεται μπροστά μας, που είναι ιστορικό μας καθήκον να την αλλάξουμε σύρριζα…»

– Κι όταν το διαβάζεις αυτό σήμερα, λέει η Λου, δεν νιώθεις πόσο πολύ ζήτησες την ευκολία σου; Αυτός ο απλουστευτικός χυδαίος μαρξισμός, αυτή η στομφώδης επιφανειακότητα: διαδικασία σαπίσματος του καπιταλιστικού κόσμου, που μολύνει χαρακτήρες σαν του Τρότσκι και του Πιατάκοφ! Η απίστευτη πραγματικότητα ναι, αυτό είναι αλήθεια. Όμως τι ήταν πιο απίστευτο: ότι ο Τρότσκι, μαζί με τον Λένιν, εμπνευστής της Οκτωβριανής Επανάστασης, ότι οι παλιοί Μπολσεβίκοι έγιναν δεύτερης κατηγορίας βοηθοί της Γκεστάπο, δολοφόνοι και σαμποτέρ – ή ότι ο Στάλιν και ο γραφειοκρατικός μηχανισμός του χρειάζονταν ενόχους, για να δικαιολογήσουν τη δυστυχία του λαού, την οικονομική ανωμαλία; Δεν ήταν πιο πιστευτό ότι ο Στάλιν δυσφημούσε μέχρις εσχάτων τον καθένα που θα μπορούσε ν’ αποτελέσει κίνδυνο γι’ αυτόν, για να στραγγαλίσει και το τελευταίο απομεινάρι της εσωκομματικής συζήτησης, για να εξασφαλίσει μια ολοκληρωτική δικτατορία του κομματικού μηχανισμού μ’ ένα μοναδικό, αλάθητο ηγέτη επικεφαλής; Δεν διαφαινόταν αυτό; Δεν θα καταλάβω ποτέ μου γιατί πίστεψες το πιο απίθανο.

– Ήταν το πιο απίθανο;

– Ναι!

Ξέρουμε σήμερα πώς αποσπούσαν τις ομολογίες, ότι έμπαιναν σ’ εφαρμογή από τα βασανιστήρια ως την επίκληση στην πίστη στο κόμμα, από την απειλή ότι αν ο κρατούμενος δεν υπέγραφε την ομολογία θα σκοτωνόταν η γυναίκα και τα παιδιά του, μέχρι την υπόσχεση ότι οι ομολογίες δεν ήταν παρά σωτήριες διατυπώσεις, όλες οι μέθοδοι της βίας, της απάτης, της ψυχολογικής παραπλάνησης, όλα τα μέσα χρησιμοποιήθηκαν για να εκπληρωθεί το ακατάσχετα διογκούμενο πλάνο της γραφειοκρατικής τρομοκρατίας.

Έτσι γινόταν και τότε κι αργότερα. Ο παλιός μου φίλος Ι. Β. είχε συλληφθεί στην Ουγγαρία μετά το 1948. Έπρεπε να υπογράψει τη συνηθισμένη ομολογία: πράκτορας της Γκεστάπο, ύστερα πέρασμα στην αμερικάνικη μυστική υπηρεσία, από γεννησιμιού του εχθρός του λαού, κακοποιός, διασπαστής, εντεταλμένος να οργανώνει πράξεις σαμποτάζ και απόπειρες δολοφονίας, κ.λπ.

– Και θέλετε να υπογράψω εγώ τέτοιο πράγμα;

– Αρνείστε;

– Μα κι ο ίδιος ξέρετε τι ανοησίες είναι όλα αυτά!

– Αρνείστε λοιπόν;

– Φυσικά!

Φέρνουν μέσα τη γυναίκα του, τη συνοδεύουν δυο μπράβοι. Είναι οπλισμένοι με ατσάλινες βέργες.

– Ξεσκίστε τα ρούχα του παλιοθήλυκου! Πρώτα την μπλούζα!

Το πρόσωπό της είναι σα μάσκα. Αποστρέφει τα ικετευτικά της μάτια, τη δένουν, τη φιμώνουν. Το πανωκόρμι της είναι γυμνό.

– Πριν την τσακίσουν στο ξύλο και τη βιάσουν μπροστά στα μάτια σας θα υπογράψετε;

– Υπογράφω ό,τι θέλετε, δώστε μου, τι θέλετε; Ότι είμαι ο διάβολος, ότι έχω εντολή να οδηγήσω όλους τους ηγέτες του κόμματος στην κόλαση, να ρίξω ατομικές βόμβες πάνω στη Βουδαπέστη, τι άλλο…;!

Έτσι υπέγραψε την ομολογία του.

Η παλιά μου φίλη Μαρία Σβέρμοβα, καταδικάστηκε στη δίκη του Σλάνσκι(12). Ώρες ολόκληρες μου διηγιόταν, με σιγανή φωνή, αντικειμενικά, χωρίς πάθος, σχεδόν μονότονα, πώς τελικά κατέληξε να υπογράψει.

– Τον Ν. Ν. εσείς τον φέρατε στο κόμμα, τον τοποθετήσατε στο μηχανισμό;

– Ασφαλώς.

– Ομολόγησε ότι είναι κατάσκοπος, εχθρός του κόμματος και του λαού. Διαβάστε την ομολογία του.

– Αυτό είναι αδύνατο.

– Διαβάστε!

– Δεν το πιστεύω.

– Τότε διαβάστε αυτήν την ομολογία! Άλλος ένας που τον ανεβάσατε εσείς.

– Ντουζίνες τέτοιες ομολογίες. Αναπαραστάσεις. Επιβεβαιώσεις. Όλο σύντροφοι που τους είχα τυφλή εμπιστοσύνη. Ένας κύκλος από κατασκόπους, εχθρούς του κόμματος. Για μένα το κόμμα ήταν η ζωή. Και πώς το υπηρέτησα; Δεν επαγρύπνησα αρκετά, ήμουν αφελής. Αφελής; Κάτι μέσα μου έσπασε, μια ρωγμή καταμεσής μου: κατήγορος και κατηγορούμενη. Σχιζοφρένεια το λένε αυτό, έτσι δεν είναι; Αφού το έλεγαν όλοι, μπορούσε εγώ να έχω δίκιο ενάντια σε όλους; Κάτι δεν είναι σωστό σε μένα, δεν μπορεί να είναι σωστό.

«Πώς μπόρεσες να γράψεις κάτι τέτοιο;» Η Λου έχει δίκιο∙ όμως όσο κι αν είναι δύσκολο ν’ απαντήσω σ’ αυτήν την ερώτηση, ακόμα πιο δύσκολο είναι, παρ’ όλα όσα έχουμε μάθει στο μεταξύ, να καταλάβουμε τη γραφειοκρατική τρομοκρατία, τις δίκες, τις ομολογίες της δεκαετίας του 1930.

Υπήρχε ένας δικτάτορας που φοβόταν έναν αντίζηλο, τον Κίροφ, που όλοι μας τον θεωρούσαμε ευνοούμενό του, διαλεγμένο για να τον διαδεχτεί∙ έβαλε να τον σκοτώσουν, ύστερα έβαλε να σκοτώσουν τα όργανα, όσους ήξεραν, έβαλε να κατηγορηθούν για το φόνο οι παλιοί του αντίπαλοι και σύμμαχοι, οι παλιοί Μπολσεβίκοι, να κατηγορηθούν και γι’ άλλα, για συνωμοσία εναντίον του, για «προδοτική δραστηριότητα διάσπασης, δολιοφθοράς, κατασκοπίας και τρομοκρατίας… με σκοπό την επιτάχυνση της πολεμικής επίθεσης ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, με σκοπό την υποστήριξη των ξένων εισβολέων στην προσάρτηση εδαφών της Σοβιετικής Ένωσης, με σκοπό την ανατροπή της Σοβιετικής εξουσίας, την παλινόρθωση του καπιταλισμού και της εξουσίας της αστικής τάξης» (κατηγορητήριο και απόφαση στην υπόθεση Πιατάκοφ, Ράντεκ, Σοκόλνικοφ κι άλλων 14 τροτσκιστών), διέταξε τη φυλάκιση, την εκτέλεση, το βασανισμό μέχρι θανάτου των πιο έξυπνων, πιστών, δοκιμασμένων κομμουνιστών, την αποδεκάτιση ολόκληρων στρωμάτων του πληθυσμού, διανοούμενων, αντρών και γυναικών μη ρωσικής εθνικότητας, τέλος και του στρατού.

Και τα κίνητρα; Αν τα προσθέσει κανείς όλα: το φόβο, τη μανία καταδίωξης, το μίσος ενάντια στον Τρότσκι, ενάντια στη φρουρά του Λένιν, ενάντια στους ηγέτες της Οκτωβριανής Επανάστασης, που δεν είχαν ξεχάσει πόσο διφορούμενο ρόλο είχε παίξει ο Στάλιν την εποχή εκείνη, τις οικονομικές δυσκολίες, την αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων και αργότερα, τη σκέψη του Μπέρια να κάνει αποδοτικό το μακρινό Βορρά με εκατομμύρια σκλάβους – όταν τα προσθέσει κανείς όλα αυτά και θεωρήσει ότι ισχύει η απαίσια θέση: Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα!, εξακολουθεί ωστόσο να παραμένει το ερώτημα: Όλα αυτά δεν έβλαψαν τρομακτικά την υπόθεση του σοσιαλισμού, ακόμα και για το σκοπό εκείνου που διάλεξε τέτοια μέσα, για ποιο λόγο;

Ο στόχος προφανώς δεν ήταν πια ο σοσιαλισμός, όπως τον είχαν σχεδιάσει ο Μαρξ κι επίσης ο Λένιν, αλλά η βιομηχανοποιημένη Σοβιετική Ένωση, μονολιθικό κράτος, μεγάλη δύναμη πρώτου βαθμού κι ο Στάλιν εξυψωμένος σαν θεός, Αύγουστος με απεριόριστη εξουσία. Μαζί με τη δική του δύναμη όμως μεγάλωσε κι η δύναμη του μηχανισμού, που έγινε αυτοσκοπός, και από τη στιγμή που μπήκε σε κίνηση για να οργανώσει ορθολογικά την τρομοκρατία, εκτροχιάστηκε ανώμαλα έξω από κάθε ορθό λόγο, άρχισε ν’ αρπάζει ό,τι έβρισκε γύρω του με μεθοδική παραφροσύνη, κι έτσι, σαν δύναμη αυτόνομη, λειτουργούσε με την τυφλή παρόρμηση να μην ανέχεται τίποτ’ άλλο από τον εαυτό του. Ήταν λοιπόν ο Στάλιν ακόμα κύριος του εαυτού του, όταν είχε στην κατοχή του ολομόναχος την εξουσία; Αυτή η εξουσία δεν τον ξεπέρασε; Με τον παραμερισμό των πιο έξυπνων, ικανών, έντιμων ανθρώπων δεν αδυνάτισε ο Σοβιετική Ένωση τόσο πολύ, με την εγκαθίδρυση ενός δουλικού, χωρίς ηθική υπόσταση μηχανισμού λίγα χρόνια πριν από τον πόλεμο δεν παραδόθηκε σε μια σχεδόν αναπότρεπτη ήττα;

Το σύμφωνο φιλίας

Το ίδιο ολέθρια, όσο η κατοχή των Βαλτικών κρατών, ίσως ακόμη πιο ολέθρια ήταν η ταύτιση των κομμουνιστικών κομμάτων με το Σύμφωνο ανάμεσα στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση. Το σύνθημα «ιμπεριαλιστικός πόλεμος», που τότε το θεωρούσα ανακριβές, συνέβαλε σε αυτήν την ταύτιση. Ήταν μια ψευδαίσθηση όταν συζητώντας με τους γερμανούς κομμουνιστές περίμενα μια αυτόνομη τοποθέτηση των δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων.

Στις 19 Σεπτεμβρίου ξανά μια φωτογραφία στην πρώτη σελίδα της Πράβντα: ο Μολότοφ υπογράφει το γερμανο-σοβιετικό Σύμφωνο φιλίας και τη συμφωνία ανάμεσα στα δυο κράτη αναφορικά με τα σύνορα. Είχα επιδοκιμάσει, υπερασπίσει το Σύμφωνο μη επίθεσης, αλλά Σύμφωνο φιλίας(13); Ήταν ανάγκη να γίνει αυτό;

Όταν εγώ άρχισα ν’ αμφιβάλω, σε πολλούς γερμανούς κομμουνιστές είχε αρχίσει να παρατηρείται η αντίστροφη διαδικασία. Η αγανάκτησή τους για το σύμφωνο μη επίθεσης πνιγόταν από τη σκέψη: αν ο Στάλιν είναι πρόθυμος για φιλία με τον Χίτλερ, τότε θα πρέπει κάτι να έχει αλλάξει στην ουσία της χιτλερικής Γερμανίας, να διαδραματίζεται κάποια κρυφή μετουσίωση. Αυτός ο συλλογισμός ενισχυόταν από το λόγο που έβγαλε ο Μολότοφ στο Ανώτατο Σοβιέτ στις 31 Οκτωβρίου. Είπε πως έπρεπε να χαιρετιστεί το γεγονός ότι η Πολωνία, αυτό το «έκτρωμα της ειρήνης των Βερσαλλιών» δεν υπήρχε πια. Σήμερα η λέξη «επίθεση» δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με την ίδια έννοια όπως πριν από τρεις ή τέσσερις μήνες. Σήμερα η Σοβιετική Ένωση υπεράσπιζε την ειρήνη, ενώ η Αγγλία και η Γαλλία εκφράζανε την επιθυμία τους να συνεχίσουν τον πόλεμο. «Όπως βλέπετε, έχουν αντιστραφεί οι ρόλοι». Όταν ο Χίτλερ αντιπροσωπεύει την κυριαρχία του αντιδραστικότερου τμήματος του μονοπωλιακού κεφαλαίου, τον έσχατο ιμπεριαλισμό και σοβινισμό – κι αυτός ήταν μέχρι τότε ο αδιαμφισβήτητος ορισμός! – τότε πώς και με ποιον μπορούσε ν’ αλλάξει ρόλο; Εκείνοι που κυβερνούσαν την Αγγλία και τη Γαλλία ασφαλώς δεν ήταν προοδευτικοί – όμως το να τους αποδοθεί ξαφνικά ο ρόλος των χειρότερων κακούργων κι ο Χίτλερ να πάρει συχωροχάρτι ότι έγινε ο φρουρός της ειρήνης, τι νόημα μπορούσε να έχει αυτό το ποιος – ποιον;

– Πρέπει να κερδίσουμε χρόνο, είπε ο Μίροφ(14), με κάθε τρόπο. Φιλία με τη Γερμανία – αυτό είναι κακό, πολύ κακό. Όμως αφού ο Στάλιν κλείνει ένα τέτοιο σύμφωνο, σημαίνει ότι ήξερε: Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Ο Στάλιν ξέρει τι κάνει.

Σε κάθε συζήτηση με τους Ρώσους αυτός ήταν ο ανέγγιχτος πυρήνας: Ο Στάλιν ξέρει τι κάνει.

Ο Στάλιν ξέρει τι κάνει! – αυτό το έλεγαν κι οι γερμανοί κομμουνιστές. Η Γκρέτε Λόντε, κι άλλοι, το έλεγαν όπως κι οι Ρώσοι: Με τον Χίτλερ δεν υπάρχει φιλία, αλλά πρέπει να καταπραΰνουμε το θηρίο, να κερδίσουμε χρόνο, να κερδίσουμε χρόνο!

Πολλοί το έλεγαν αλλιώς: Ίσως παραβλέψαμε ότι ο εθνικοσοσιαλισμός δεν είναι μόνον έσχατος καπιταλισμός, αλλά κρύβει μέσα του δυνατότητες περάσματος στο σοσιαλισμό. Ο Χίτλερ είναι ο θανάσιμος εχθρός μας – αλλά το σύμφωνο δε μιλάει για φιλία με τον Χίτλερ αλλά για φιλία με τη Γερμανία. Η γερμανική εργατική τάξη είναι η πιο προοδευμένη της Ευρώπης. Εκατομμύρια άνθρωποι ψήφισαν τον Χίτλερ επειδή περίμεναν απ’ αυτόν μια σοσιαλιστική Γερμανία. Και στο NSDAP(15) υπάρχουν έντιμοι αν και παραστρατημένοι σοσιαλιστές. Η συμμαχία με τη Σοβιετική Ρωσία δίνει σ’ αυτές τις δυνάμεις θάρρος κι αυτοπεποίθηση.

Ο Στάλιν ξέρει τι κάνει. Κι οι κρατούμενοι στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης; Ο Στάλιν δεν τους έχει ξεχάσει. Σίγουρα θα υπάρχουν γι’ αυτούς μυστικές συμφωνίες. Υπήρχαν πραγματικά. Δεν ξέραμε τίποτα γι’ αυτές. Κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί ότι κάμποσοι Γερμανοί Εβραίοι, κρατούμενοι σε ρωσικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, γερμανοεβραίοι κομμουνιστές, μεταφέρθηκαν σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, το αίμα τους μάρτυρας της φιλίας που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση.

Διαφωνούσα με τους γερμανούς κομμουνιστές που ονειρεύονταν μια σοσιαλιστική εξέλιξη της Γερμανίας, τη δυνατότητα ενός «σοσιαλιστικού μπλοκ», που μετά την ήττα της καπιταλιστικής Ευρώπης θα γινόταν το θεμέλιο ενός σοσιαλιστικού κόσμου, ενός όχι πολύ ευχάριστου, σκληρού κομμουνισμού. Μου έλεγαν πως σαν Αυστριακός που ήμουν, ήμουν προκατειλημμένος αυτονομιστής, χωρίς κατανόηση για ψηλότερα συμφέροντα, για την τεράστια δυνητική ισχύ του σοσιαλισμού στους κόλπους του γερμανικού λαού.

Αφού ο Στάλιν κλείνει φιλία με τη Γερμανία, ξέρει τι κάνει. Σ’ αυτήν τη φιλία πρέπει να προσανατολιστούμε. «Η άμυνα του σοσιαλισμού θα γίνει στο Ρήνο». Δεν ξέρω αν ο Βάλτερ Ούλμπριχτ(16) ήταν ο πρώτος που το είπε∙ πάντως το είπε. Τακτική για να δικαιολογηθεί το σύμφωνο φιλίας; Πιστεύω πως ήταν κάτι περισσότερο από τακτική, ακόμα και στο στόμα αυτού του ανθρώπου που ήταν τέλειος στην τακτική. Ήταν η ιδέα ενός σοσιαλισμού που πεμπτουσία του είναι η εξουσία, στα βιβλία η «εξουσία της εργατικής τάξης», στην πραγματικότητα η εξουσία ενός μηχανισμού, ενός NSDAP μεταβλημένου σε ΚΚΓ, ενός μηχανισμού εξουσίας που να εγγυάται αυξανόμενη παραγωγή και παραγωγικότητα της εργασίας, που να προμηθεύει όλο και πιο πλούσια με καταναλωτικά είδη τους εργαζόμενους ανθρώπους και να τους προφυλάσσει από κάθε ελευθερία της σκέψης, που να δημιουργεί και να κρατά σε κίνηση μια κοινωνία σε τέλεια λειτουργία με μια κατάλληλη γι’ αυτήν, χωρίς προβλήματα ιδεολογία, ένας μηχανισμός εξουσίας που να μιλάει και ρωσικά και γερμανικά, πρώτα πιο πολλά ρωσικά, ύστερα όλο και περισσότερο γερμανικά, δόξα και τιμή στη Μόσχα, αλλά κάποτε το Βερολίνο μητρόπολη. «Η άμυνα του σοσιαλισμού θα γίνει στο Ρήνο». Θα ξεπεράσει το Ρήνο. Θα σφυρηλατήσει την ενότητα της Ευρώπης. Η Αγία Ρωσική Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους.

Η πιο βίαιη σύγκρουση που είχα ποτέ με την ηγεσία του ΚΚΓ, ίσως να είχε συμβεί νωρίτερα∙ πιστεύω όμως ότι είχε συμβεί σ’ αυτήν τη συνάρτηση.

Ο Δημητρόφ είχε καλέσει σε συγκέντρωση και θα κρατούσε την προεδρία. Παρόντες ήταν ο Μανουίλσκι, ο Τολιάτι, ο Γκότβαλντ(17), οι γερμανοί κομμουνιστές ηγέτες και μερικοί άλλοι. Εγώ καθόμουν απέναντι στους Γερμανούς.

Πρώτος μίλησε ο Βίλχελμ Πικ(18). Παραπονέθηκε ότι η Διεθνής εξακολουθούσε να μη δίνει στο ΚΚΓ τη θέση που του ανήκε. Με την πολιτική του Λαϊκού Μετώπου15 και με τον Ισπανικό Εμφύλιο είχαν προβληθεί άλλα κόμματα. Τώρα όμως, το σύμφωνο φιλίας της Σοβιετικής Ένωσης με τη Γερμανία είχε αλλάξει ριζικά την κατάσταση. Ο Μολότοφ είχε πει καθαρά και κατηγορηματικά, ότι δεν ήταν πια η Γερμανία ο εισβολέας, αλλά ότι είχε γίνει ανταλλαγή ρόλων. Σήμερα οι επιτιθέμενοι ήταν η Αγγλία κι η Γαλλία.

Ο Πικ συνέχισε λέγοντας ότι ο αντιφασισμός είχε πάρει στην περίπτωση ορισμένων κομμουνιστών το χαρακτήρα του αντιγερμανισμού, και κάπου κάπου άκουγε κανείς την επιθυμία η Γαλλία να νικήσει τη Γερμανία. Η Κομιντέρν είχε την υποχρέωση ν’ αντιταχθεί ενεργητικά σε τέτοιες διαθέσεις. Φυσικά το ένδοξο ΚΚΣΕ, το κόμμα του μεγάλου Στάλιν, ήταν η ηγετική δύναμη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Όμως ο πιο έμπιστος βοηθός του ήταν το ΚΚΓ, σήμερα περισσότερο παρά ποτέ προορισμένο να προηγηθεί καθοδηγητικά. Γι’ αυτό παρακαλούσε το σύντροφο Δημητρόφ, που τόσο στενά συνδεόταν με το ΚΚΓ, να μιλήσει ξεκάθαρα γι’ αυτό το θέμα.

Όταν ήμουν παιδί ήμουν πολύ παράφορος, έμαθα όμως να καταπνίγω το θυμό που φούσκωνε μέσα μου. Η ψυχρή οργή που ανέβηκε μέσα μου εκείνη τη στιγμή, δεν μπορούσε να δαμαστεί. Περίμενα ωστόσο μια στιγμή, κι ύστερα ζήτησα το λόγο. Ο Δημητρόφ έκανε ένα αρνητικό νόημα, ρώτησε, αν κάποιος άλλος από τους γερμανούς συντρόφους ήθελε να συμπληρώσει τις εξηγήσεις του Πικ ή να εκφράσει διαφορές απόψεων.

Ο Βάλτερ Ούλμπριχτ δεν εξέφρασε διαφορές απόψεων, αλλά συμπλήρωσε, επανέλαβε, υπογράμμισε, πρόσθεσε, ότι το ζήτημα έπρεπε να τεθεί με οξύτητα, αλλά να συζητηθεί συντροφικά. Η λέξη «συντροφικά», ο τόνος με τον οποίο ειπώθηκε, με πεισμάτωσε ακόμα περισσότερο. «Συντροφικά» σήμαινε: Μη μας αντιμιλάτε! Παραδεχτείτε ότι έχουμε δίκιο. Όταν εμείς σας ανακαλούμε στην τάξη, αυτό είναι αδελφική βοήθεια. Όταν εσείς μας κάνετε κριτική, αυτό είναι παραβίαση του προλεταριακού διεθνισμού.

Κι έτσι η απάντησή μου δεν ήταν συντροφική.

Απάντησα πως ήμουν κι εγώ ένας από τους κομμουνιστές που εύχονται την ήττα της Γερμανίας. Κατέκρινα τον αγγλικό ιμπεριαλισμό, πάρα πολύ ίσως, διαχωρίζοντάς τον πολύ λίγο από τη χιτλερο-γερμανική βδελυγμία, μίλησα για το αίσχος του γαλλικού καθεστώτος – όμως επιθυμώ φλογερά την ήττα της Γερμανίας. Δυστυχώς αυτό δεν πρόκειται να συμβεί σε προβλέψιμο χρόνο∙ ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν γίνεται η άμυνα του σοσιαλισμού στη δεξιά όχθη του Ρήνου, αλλά ότι στην αριστερή όχθη πραγματοποιείται η υπεράσπιση του πολιτισμού. Αν τώρα το ΚΚΓ παίρνει το μέρος της Γερμανίας στη σκιά του συμφώνου φιλίας, τότε πρέπει να ρωτήσει κανείς: Τι κάνατε εσείς για να συγκρατήσετε το Χίτλερ; Ποιο παράδειγμα δώσατε εσείς στους λαούς, στη διεθνή εργατική τάξη; Ο Δημητρόφ στο γερμανικό δικαστήριο, όχι η δική σας πολιτική έδωσε το παράδειγμα αυτό. Στο Λαϊκό Μέτωπο(19) της Ισπανίας, της Γαλλίας, προδομένο από την αστική τάξη, κι ωστόσο αντιφασιστική αντίσταση που δείχνει το μέλλον, σ’ αυτό πρέπει να προσανατολιστούν τα κομμουνιστικά κόμματα, όχι στην καθοδήγηση του ΚΚΓ. Δυστυχώς αυτή τη στιγμή ο Χίτλερ είναι στρατιωτικά ισχυρότερος. Και δυστυχώς δεν θα τον ρίξει ο γερμανικός λαός. Απ’ έξω θα πρέπει να ανατραπεί, και τι σημαίνει αυτό είναι φανερό στον καθένα από μας. Ή μήπως πιστεύετε ότι το σύμφωνο με τη Μόσχα θα αναμορφώσει τους φονιάδες; Πιστεύετε ότι είναι δυνατό να μοιραστούμε τον κόσμο με το Χίτλερ;

Η ψυχρή οργή είχε γίνει καυτή. Όπως τόσο συχνά, είχα παραζεσταθεί, με τις υπερβολές μου είχα χάσει σε πειστικότητα. Ωστόσο, στο ακίνητο πρόσωπο του Δημητρόφ, στο σχεδόν ανεπαίσθητο κλείσιμο του ματιού του Μανουίλσκι, στην αδιαπέραστη στοχαστικότητα του Τολιάτι δεν αισθανόμουν επιτίμηση, αλλά επιφυλακτική συμπάθεια.

Η απάντηση των Γερμανών ξεπέρασε τ’ αναμενόμενα. Είπαν ότι η ομιλία μου δεν ήταν μόνο αντιγερμανική, αλλά κι αντικομμουνιστική, μια ελάχιστα καλυμμένη κριτική του γερμανο-σοβιετικού συμφώνου κι επομένως και της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης. Ο σύντροφος Φίσερ, με τη χαρακτηριστική σ’ αυτόν «γενναιοδωρία», έβαλε τον εαυτό του πάνω από τα γεγονότα και τις αρχές. Ξεσκεπάστηκε αυτό που ήταν και που παρέμεινε, ένας αδιόρθωτος σοσιαλδημοκράτης. Υπόκειται, και εκφραζόμαστε με ηπιότητα, στην επίδραση της ιμπεριαλιστικής προπαγάνδας. Ένας πράκτορας του δυτικού ιμπεριαλισμού δεν θα μιλούσε διαφορετικά απ’ αυτόν τον συντάκτη της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Η Δημητρόφ χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι: «Αρκετά! Δεν ανέχομαι τέτοιες συκοφαντίες. Ο σύντροφος Φίσερ δεν υπολόγισε την κάθε του λέξη – όμως είναι ένας σκεπτόμενος κομμουνιστής, και πολλά απ’ όσα είπε, είναι σωστά».

Πόλεμος

– Πολύν καιρό έχετε να κάνετε διακοπές, είπε ο Δημητρόφ. Πηγαίνετε αμέσως. Αλλιώς θα είναι πολύ αργά.

Ήταν τέλος Μαΐου, όταν πήγα με τη Ρουθ στην Κριμαία, σ’ ένα σανατόριο της Κεντρικής Επιτροπής. Μείναμε απόμερα από το παλιό ανάκτορο, σ’ ένα μικρό κτίριο. Γείτονές μας ήταν ένας νεαρός μοσχοβίτης τραμβαγέρης κι η γυναίκα του. Μ’ όλο που μιλούσαμε πολύ άσχημα ρωσικά, πιάσαμε φιλίες. Ήταν εγκάρδιοι, αβίαστοι, χωρίς μεγάλα λόγια.

– Δεν φαντάζομαι να γίνει πόλεμος, έλεγαν. Ο Στάλιν προστατεύει την ειρήνη. Τι καλά που έχουμε τον Στάλιν!

Στις 14 Ιουνίου εκδόθηκε ένα ανακοινωθέν του “Τας”: Στο Λονδίνο διαδίδονται συστηματικά φήμες για έναν επικείμενο πόλεμο ανάμεσα στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση. Όλα αυτά δεν είναι παρά χονδροειδής προπαγάνδα, καλλιεργημένη από τους εχθρούς της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Σύμφωνα με τις σοβιετικές πληροφορίες, η Γερμανία τηρεί εξίσου απαρέγκλιτα το σοβιετο-γερμανικό σύμφωνο μη επίθεσης, όσο κι η Σοβιετική Ένωση.

Οι γείτονές μας είχαν ανησυχήσει. Τα στελέχη καθησύχαζαν με σοβαρότητα εκείνους που έκαναν ερωτήσεις. Το σύμφωνο είναι σταθερό. Ο Στάλιν σκέπτεται για μας. Ο Στάλιν εξασφαλίζει την ειρήνη.

Τη νύχτα προς την 21η Ιουνίου μας ξύπνησε μια θύελλα. Οι βροντές αντηχούσαν κάπως διαφορετικά απ’ ό,τι συνήθως. Μας ξαναπήρε ο ύπνος. Το άλλο πρωί ρωτήσαμε τους γείτονές μας!

– Ακούσατε τη θύελλα;

Απόφυγαν να μας κοιτάξουν στα μάτια, στενοχωρημένοι, όχι φιλικοί:

– Δεν ήταν θύελλα. Οι Γερμανοί βομβάρδισαν τη Σεβαστούπολη.

– Πόλεμος;

– Ναι.

– Αυτό είναι το τέλος του Χίτλερ!

– Αυτή είναι η αρχή μιας τρομερής εποχής. Πολλά χρόνια, πολλοί νεκροί… Γιατί όμως πάντα εμείς;

Κάθε απάντηση θα ήταν κενή φράση. Μείναμε σιωπηλοί και νιώσαμε ένοχοι. Οι Ρώσοι μας έδωσαν το χέρι.

– Δεν φταίτε εσείς. Είμαστε φίλοι. Όμως γιατί πάντα εμείς;

Στο σανατόριο δημιουργήθηκε στην αρχή αναστάτωση, ύστερα έγινε μια συγκέντρωση. Οι ομιλίες δεν είχαν πειστικότητα∙ όλες οι φράσεις που οι γείτονές μας δεν είχαν τολμήσει να ξεστομίσουν ακούγονταν από τα μεγάφωνα. Δεν μπορούσες να κατηγορήσεις για τίποτα τους ρήτορες. Κι οι ίδιοι δεν ήξεραν που στέκονταν. Αυτά που είχε πει διστακτικά και τραυλίζοντας ο Μολότοφ από το ραδιόφωνο, δεν τα είχαμε ακούσει, όμως από το στόμα των ρητόρων δεν έβγαινε τίποτ’ άλλο από τα δικά του λόγια: ένδοξο Μπολσεβίκικο Κόμμα, υπεράσπιση της πατρίδας, συσπειρωθείτε γύρω από τη σοβιετική κυβέρνηση και τον μεγάλο αρχηγό της, τον Στάλιν. Η υπόθεσή μας είναι δίκαιη. Θα συντρίψουμε τον εχθρό. Ο απόηχος που δεν ακουγόταν∙ φόβος, θλίψη, φρίκη. Γιατί πάντα εμείς. Δεν μπορούμε εμείς ποτέ να είμαστε ευτυχισμένοι;

Τα σοβιετικά μεγάφωνα στο μέτωπο αποκαλούσαν τους γερμανούς στρατιώτες «συντρόφους», τους παρότρυναν να περάσουν στο σοβιετικό στρατό, να γυρίσουν τα όπλα στους αξιωματικούς τους, για μια σοσιαλιστική Γερμανία. «Οι γερμανοί στρατιώτες», έλεγα στους ρώσους φίλους μου, «δεν ακούν τους ρώσους συντρόφους, υπακούουν στους γερμανούς στρατηγούς. Ακολουθούν τον Φύρερ». Οι Ρώσοι για πολύ καιρό δεν το πίστευαν. Το χιτλερικό καθεστώς, τους είχαν πει, δεν ήταν παρά η δικτατορία μιας εγκληματικής μειονότητας∙ η μεγάλη πλειονότητα του γερμανικού λαού, κι ιδιαίτερα η γερμανική εργατική τάξη, δεν περιμένει παρά τη μέρα της απελευθέρωσης. Το σύμφωνο με τον Χίτλερ πλούτισε αυτούς τους ευσεβείς πόθους με νέα χρώματα ελπίδας και αυταπάτης.

Το 1941 δεν σκεπτόμουν τον κόσμο ύστερα από τον πόλεμο. Το πρόβλημα ήταν ο ίδιος ο πόλεμος, ο απροσδόκητα γρήγορος, η φαινομενικά ασυγκράτητη προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων, η έλλειψη οποιασδήποτε σοβιετικής αντεπίθεσης, οποιασδήποτε πετυχημένης αντίστασης. Οι Γερμανοί προέλασαν ενάντια στο Κίεβο, στη Μόσχα και στο Λένινγκραντ με όχι πιο αργό ρυθμό απ’ όσο ενάντια στη Βαρσοβία και το Παρίσι. Στις 28 Ιουνίου, δηλαδή έξι μέρες μετά την επίθεση, οι Γερμανοί βρίσκονταν κιόλας στο Μινσκ, την πρωτεύουσα της Λευκορωσίας, είχαν εισχωρήσει βαθιά μέσα στη Λιθουανία, τη Λετονία και τη Δυτική Ουκρανία. Προδοσία; Άγνοια; Αιφνιδιασμός;

Υπήρχαν (και υπάρχουν) υπόνοιες ότι ο Στάλιν, ότι αυτός ο δύσπιστος, παρανοϊκός δικτάτορας πραγματικά είχε εμπιστοσύνη στον κουμπάρο του τον Χίτλερ, ότι ο άνθρωπος, που θεωρούσε τον εαυτό τη μεγαλύτερη προσωπικότητα της παγκόσμιας ιστορίας, προσδοκούσε το θαυμασμό του άλλου, που αν και βρισκόταν τόσο πιο κάτω απ’ αυτόν, ήταν ωστόσο ο μονοκράτορας μιας μεγάλης αυτοκρατορίας και χρωστούσε θαυμασμό στον πολύ μεγαλύτερο άρχοντα μιας πολύ μεγαλύτερης αυτοκρατορίας – και πίστη στο σύμφωνο των Καισάρων.

Γράφω αναμνήσεις, όχι παγκόσμια ιστορία∙ ωστόσο δεν μπορώ να μη λάβω υπόψη μου αυτά που μάθαμε μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, μετά τις δηλώσεις του Χρουστσόφ για την ενοχή του Στάλιν για τις ήττες, τις τεράστιες απώλειες του 1941. Ο ιστορικός Νέκριτς και πολλοί στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες, απάντησαν στα βασικά σημεία του ερωτήματος που εμείς θέταμε το 1941.

Στο πρότυπο έργο του Η 22α Ιουνίου 1941 ο Α. Μ. Νέκριτς(20) διαπιστώνει ότι κατά τη δεκαετία του 1930 «η σοβιετική επιστήμη ήταν μια πηγή προοδευτικών ιδεών για τη στρατιωτική επιστήμη όλου του κόσμου», ότι «το 1932 για πρώτη φορά στον κόσμο δημιουργήθηκαν στον Κόκκινο Στρατό μηχανοκίνητα σώματα και το 1934-35 τα μηχανοκίνητα τμήματα του στρατεύματος ανυψώθηκαν σε αυτόνομο είδος όπλου», ότι η Σοβιετική Ένωση «ήταν η πατρίδα του αλεξιπτωτισμού και των δημιουργημένων πάνω σ’ αυτήν τη βάση στρατευμάτων απόβασης από αέρος». Η Γερμανία άρχισε το 1932-33 να αντιγράφει αυτές τις βασικές αρχές από τους Ρώσους. Το 1941 η θεωρία του κινητικού πολέμου, των προελαυνόντων σφηνών τεθωρακισμένων, και των στρατευμάτων απόβασης από αέρος που δρούσαν στα μετόπισθεν του εχθρού, η θεωρία της περικύκλωσης είχαν καταργηθεί στη Σοβιετική Ένωση και είχαν αντικατασταθεί από την ξεπερασμένη θεωρία του πολέμου θέσεων. Ο πρώην καθηγητής στη Στρατιωτική Ακαδημία του Γενικού Επιτελείου Γκ. Ισέρσοφ είχε συλληφθεί εξαιτίας του βιβλίου του «Νέες μορφές μάχης» και μόλις μετά το 20ό Συνέδριο αφέθηκε ελεύθερος.

Οι πρωτοπόροι αυτών των σύγχρονων στρατηγικών συλλογισμών, οι στρατάρχες Τουχατσέφσκι, Ουμπόροβιτς, Γιακίρ(21), εκτελέστηκαν κατά διαταγή του Στάλιν. Οι περισσότεροι από τους αξιωματικούς που είχαν λάβει μέρος στην Επανάσταση, στον εμφύλιο πόλεμο, είχαν συλληφθεί. Από το στρατό είχαν απομακρυνθεί: όλοι οι διοικητές σωμάτων, σχεδόν όλοι οι διοικητές μεραρχιών, όλα σχεδόν τα μέλη των στρατιωτικών συμβουλίων και οι διευθυντές των πολιτικών διοικητικών τμημάτων των στρατιωτικών περιοχών, περισσότεροι από τους μισούς επιτρόπους των σωμάτων, μεραρχιών και ταξιαρχιών, περίπου το ένα τρίτο των επιτρόπων των συνταγμάτων. Άρχισε μια «τολμηρή προώθηση» στα διοικητικά πόστα∙ οι «καλοί σύντροφοι», οι άνθρωποι που έλεγαν πάντα ναι, οι γλύφτες, είχαν προτεραιότητα. Πέρασαν από εξετάσεις 225 νέοι διοικητές συνταγμάτων∙ μόνο 25 είχαν τελειώσει στρατιωτικές σχολές, οι υπόλοιποι είχαν περάσει μόνο από εκπαίδευση ανθυπολοχαγού.

Τα στρατεύματα, όπως έγραφε ο στρατάρχης Μαλινόφσκι(22) το 1961 στο τεύχος 6 της Στρατιωτικο-ιστορικής Επιθεώρησης, εξακολουθούσαν «να εκπαιδεύονται όπως τον καιρό της ειρήνης. Το πυροβολικό των μεραρχιών πεζικού βρισκόταν σε στρατόπεδα πυροβολικού και σε πεδία ασκήσεων, τα μέσα αντιαεροπορικής άμυνας στα πεδία ασκήσεων του στρατεύματος, οι μονάδες μηχανικού στα στρατόπεδα των τεχνικών υπηρεσιών και τα “γυμνά” συντάγματα πεζικού των μεραρχιών στα δικά τους στρατόπεδα. Ενόψει του πολεμικού κινδύνου που πλησίαζε, αυτά τα ανήκουστα χοντρά λάθη πλησίαζαν στο έγκλημα».

Σ’ όλα αυτά ας προστεθεί το γεγονός, ότι ο αλάθητος ερασιτέχνης Στάλιν είχε διατάξει λίγο πριν από τον πόλεμο να σταματήσει η παραγωγή του 76 μμ, ενός κανονιού πολλαπλής χρήσης, οι κατασκευαστές αυτού του εξαιρετικού όπλου είχαν συλληφθεί. Ο Στάλιν έδωσε εντολή να κατασκευαστεί ένα αντιαρματικό πυροβόλο των 107 μμ∙ μ’ αυτό το όπλο δεν έγινε τίποτε, όμως στην πορεία του πολέμου ξανάρχισε η παραγωγή του πυροβόλου των 76 μμ. Αμέσως πριν τον πόλεμο, επίσης κατά διαταγή του Στάλιν, αποσύρθηκαν τα αντιαρματικά πυροβόλα των 45 μμ, καθώς και οι αντιαρματικές οβίδες. Τα στρατεύματα των συνόρων λοιπόν δεν είχαν τίποτ’ άλλο από χειροβομβίδες και μπουκάλια με βενζίνη.

Στη Στρατιωτικο-ιστορική Επιθεώρηση, τεύχος 6, έτος 1966, ο Σοβιετικός στρατάρχης Γκρέτσκο(23) διαπιστώνει:

«Τα χαράματα της 22ας Ιουνίου και οι τρεις αεροστόλοι των Γερμανών πετούσαν συγχρόνως πάνω από τα σοβιετικά σύνορα και κατάφεραν ένα ισχυρό χτύπημα σε όλα τα αεροδρόμια των δυτικών στρατιωτικών περιοχών μας… Στην πορεία των πρώτων τριών ως πέντε ημερών χάσαμε ως 90% της αεροπορίας μας. Τα φασιστικά στρατεύματα εδάφους πέρασαν τα χαράματα τα σύνορά μας, συγκρούστηκαν με ασήμαντες δυνάμεις πεζικού, που δεν διέθεταν ούτε τεθωρακισμένα, ούτε πυροβολικό, ούτε αντιαεροπορικά όπλα, ούτε μηχανικό, το οποίο εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στα ειδικά στρατόπεδά του, και σε πεδία στρατιωτικών ασκήσεων στα βαθιά μετόπισθεν. Εκτός απ’ αυτό, το πεζικό δεν ήταν σε μάχιμη ετοιμότητα. Δεν έφτασαν καθόλου σοβιετικές ενισχύσεις, ο εχθρός χρησιμοποιεί τη δεύτερη στρατιά του και τις ενισχύσεις του, και μετά την καταστροφή της σοβιετικής αεροπορίας και τις αεροπορικές δυνάμεις του. Οι Ρώσοι πολεμούν με τουφέκια ενάντια στα τανκς, σκοπεύουν στα ανοίγματα παρατήρησής τους, και με δέσμες χειροβομβίδων καθώς και με μπουκάλια με βενζίνη που τα ρίχνουν στο κάλυμμα του ψυγείου των τεθωρακισμένων, πράγμα που τους στοιχίζει τη ζωή τους. Απ’ αυτήν την πρωτοβουλία των φαντάρων γεννήθηκε η ιδέα της αντιαρματικής χειροβομβίδας και των μπουκαλιών με βενζίνη ή πετρέλαιο για την αντιαρματική άμυνα.

Το πρωί της 22ας Ιουνίου δόθηκε εντολή στο πυροβολικό, που βρισκόταν στα ειδικά στρατόπεδα και στα πεδία ασκήσεων, να ξεκινήσει αμέσως. Όλες οι παρακλήσεις να περιμένουν μέχρι να νυχτώσει απορρίφθηκαν. Πολλά πυροβόλα σέρνονταν από άλογα∙ όταν τα άλογα έπεφταν οι πυροβολητές ζεύονταν οι ίδιοι τα πυροβόλα, έκαναν επιτάξεις τρακτέρ κι αλόγων από τα κολχόζ, έπαιρναν από τον εχθρό μηχανήματα έλξης, πυροβόλα και ολμοβόλα, αγωνίζονταν μέχρι την τελευταία κανονιά, την τελευταία χειροβομβίδα και την τελευταία σφαίρα. Καθώς προωθούνταν από στενούς δρόμους, πολλά συντάγματα πυροβολικού εξοντώθηκαν από τα γερμανικά αεροπλάνα. Μερικοί διοικητές τέτοιων εξοντωμένων συνταγμάτων τίναζαν οι ίδιοι τα μυαλά τους στον αέρα με μια σφαίρα.

Από τις 22 Ιουνίου ως την 1η Αυγούστου η γερμανική Μεσαία Στρατιά αιχμαλώτισε 755000 Σοβιετικούς φαντάρους και αξιωματικούς∙ λαφυραγώγησε περισσότερα από 6000 τανκς και πάνω από 5000 πυροβόλα».

Η αναδιαμόρφωση του πεπαλαιωμένου, στερημένου από την ηγεσία του σοβιετικού στρατού, είχε αρχίσει λίγο πριν από τη γερμανική επίθεση, και μάλιστα όχι όπως θα υπαγόρευε η λογική, πίσω στα Ουράλια, αλλά στις δυτικές στρατιωτικές περιοχές. Μερικά από τα βιαστικά νεοσχηματισμένα μηχανοκίνητα σώματα δεν είχαν ακόμα τα απαραίτητα όπλα, κυρίως δεν είχαν άρματα νέας κατασκευής.

Εμείς εκείνον τον καιρό δεν ξέραμε τίποτε απ’ αυτά, δεν μπορούσαμε να τα ξέρουμε, όμως η αποτυχία της ανώτατης διοίκησης ήταν τόσο φανερή, και συγχρόνως τόσο ασύλληπτη, ώστε βρισκόμασταν σε αμηχανία. Χρησιμοποιήθηκε τόσο άσχημα ο χρόνος του Συμφώνου; Γιατί δεν είχε προετοιμαστεί επιθετική άμυνα; Πώς μπορούσε να πετύχει τόσο απόλυτα ο αιφνιδιασμός, όταν η γερμανική στρατηγική ήταν γνωστή ακόμη και σε μας, τους άσχετους; Η δύναμη του μύθου: δεν σκεφτήκαμε τον Στάλιν, σκεφτήκαμε πρώτα την προδοσία. Αυτή η εκδοχή διαδιδόταν με φροντίδα.

Δεν μπορώ εδώ να διηγηθώ την ιστορία του πολέμου, μπορώ μόνο να σκιτσάρω καταστάσεις, να επισημάνω βιώματα και συλλογισμούς. Ένα πρέπει ωστόσο να συγκρατήσουμε: αυτός ο πόλεμος, που άρχισε με την απόλυτη αποτυχία των ηγετών, κερδήθηκε με τον ηρωισμό, την αυτοθυσία, τη σταθερότητα και την υπομονή του ρωσικού λαού. Ήταν ένας λαϊκός πόλεμος με τη βαθύτερη έννοια της λέξης. Όμως αυτός ο λαϊκός πόλεμος, όχι μόνο ανέβασε στην κορυφή της δόξας, στην αποθέωση τον Στάλιν, τον ένοχο για εκατομμύρια νεκρούς, αλλά παράδοξα προώθησε και τη διαμόρφωση ενός συστήματος κάστας. Ο Στάλιν έκανε επικλήσεις στο εξωλογικό, στις μεγάλες εθνικές παραδόσεις, στον πατριωτισμό μ’ όλα του τα έθιμα, τα εμβλήματα και τις στολές. Ο στρατός άρχισε όλο και πιο λίγο να θεωρείται παιδί της επανάστασης, όλο και πιο πολύ εγγόνι των τσαρικών στρατών, που υπερασπίζονταν την “αγία” Ρωσία, και με το λεξιλόγιο “αγία” και “ένδοξη” επιβλήθηκαν ξανά οι επωμίδες και τα προνόμια των αξιωματικών.

Βάρος 0.860 kg
Διαστάσεις 14 x 21 cm